Αρχική Διαβήτης Υγεία - επιστήμη Παχυσαρκία: Είναι από μόνη της παράγοντας κινδύνου για νοσηρότητα και θνησιμότητα;

Παχυσαρκία: Είναι από μόνη της παράγοντας κινδύνου για νοσηρότητα και θνησιμότητα;

Παχυσαρκία: Είναι από μόνη της παράγοντας κινδύνου για νοσηρότητα και θνησιμότητα;

Η παχυσαρκία αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου, που προκαλεί αύξηση της νοσηρότητας και της θνησιμότητας, κυρίως από καρδιαγγειακές παθήσεις, όπως η στεφανιαία νόσος, το εγκεφαλικό επεισόδιο και η καρδιακή ανεπάρκεια, από διαβήτη, αλλά και από καρκίνο. Ευθύνεται, επίσης, για χρόνιες παθήσεις, όπως η οστεοαρθρίτιδα, η ηπατική και νεφρική νόσος, η άπνοια ύπνου και η κατάθλιψη. Η συχνότητα της παχυσαρκίας αυξάνεται προοδευτικά τις τελευταίες 5 δεκαετίες, λαμβάνοντας διαστάσεις επιδημίας με σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία, την ποιότητα ζωής, αλλά και πιο σύνθετες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες.

Για τον ορισμό της παχυσαρκίας χρησιμοποιείται στην καθημερινή πρακτική ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΒΜΙ) που υπολογίζεται εύκολα από τον τύπο: ΒΜΙ = βάρος (σε kg) / (ύψος)2 (σε m2).  Αν το αποτέλεσμα είναι 25-29,9 τότε το άτομο θεωρείται Υπέρβαρο. Για τιμές πάνω από 30 τίθεται η διάγνωση της Παχυσαρκίας. Για τα παιδιά, χρησιμοποιούνται ειδικοί πίνακες που λαμβάνουν υπόψη την ηλικία και το φύλο.

Η αύξηση της θνητότητας λόγω της παχυσαρκίας οφείλεται κυρίως σε καρδιαγγειακά αίτια. Υπολογίζεται, ότι σε ΒΜΙ 30-35 kg/m2, η μέση επιβίωση μειώνεται κατά 2-4 έτη, ενώ σε ΒΜΙ 40-45 kg/m2 μειώνεται κατά 8-10 έτη (συγκρίσιμη με την βλαβερή επίδραση του καπνίσματος).

Σημαντική είναι η έμμεση επίδραση της παχυσαρκίας μέσω της επιδείνωσης παραγόντων, όπως η αρτηριακή πίεση (κάθε αύξηση κατά 5 kg/m2 αντιστοιχεί σε τουλάχιστον 5 mmHg αύξηση της συστολικής και 4 mmHg αύξηση της διαστολικής αρτηριακής πίεσης), της πρόκλησης ή επιβάρυνσης σακχαρώδους διαβήτη και της διαταραχής των λιπιδίων.

Ειδικά για το σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ, υπάρχει σαφής αιτιολογική σχέση με την παχυσαρκία, καθώς ο οργανισμός αδυνατεί να ρυθμίσει το μεταβολισμό των σακχάρων με την όλο και μεγαλύτερη ανάγκη παραγωγής ινσουλίνης.  Γι’ αυτό παρατηρείται ότι πάνω από 80% των διαβητικών τύπου ΙΙ είναι παχύσαρκοι. Έχει βρεθεί ότι μείωση του βάρους κατά 5-10% μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη κατά 30-60%.

Έχει φανεί όμως τα τελευταία χρόνια, ότι οι βλαβερές συνέπειες της παχυσαρκίας δεν οφείλονται μόνο στις έμμεσες επιδράσεις μέσω υπέρτασης, διαβήτη, υπερλιπιδαιμίας κ.λπ. Βρέθηκε ότι σε παχύσαρκους «μεταβολικά υγιείς», δηλαδή χωρίς τους παραπάνω παράγοντες, εξακολουθεί και υπάρχει κατά 25% αυξημένος κίνδυνος για καρδιαγγειακές παθήσεις. Αυτό ενοχοποιεί ακόμα περισσότερο την παχυσαρκία ως ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου.

Οι μηχανισμοί αυτού του φαινομένου είναι ακόμη υπό διερεύνηση. Υπάρχουν όμως στοιχεία που ενοχοποιούν την ενεργοποίηση μηχανισμών φλεγμονής μέσω παραγόντων όπως η αύξηση της ιντερλευκίνης-6 και των TNF, καθώς και την ευόδωση υπερπηκτικών μηχανισμών, με αποτέλεσμα αυξημένο κίνδυνο θρομβώσεων.

Είναι επομένως ιδιαίτερα σημαντικό να διατηρήσουμε το βάρος μέσα στα φυσιολογικά όρια, ιδανικά ξεκινώντας από την παιδική ηλικία. Δεν είναι όμως ποτέ αργά (αν και είναι πιο δύσκολο) να επανέλθει κανείς σε χαμηλότερο βάρος έστω και στην ενήλικη ζωή.

Έτσι, αν ένα άτομο μέσης ηλικίας μειώσει το ΒΜΙ του από 32 στα 28kg/m2 κερδίζει περίπου 2 χρόνια προσδόκιμο επιβίωσης, ενώ ένας νεαρός ενήλικος, με την ίδια μείωση, κερδίζει κατά μέσο όρο 3 επιπλέον χρόνια ζωής.

Η απώλεια βάρους απαιτεί σύνθετες παρεμβάσεις στην καθημερινότητά μας με αύξηση της σωματικής δραστηριότητας, προσεκτικά σχεδιασμένη διατροφή και ψυχολογική υποστήριξη. Σε δύσκολες περιπτώσεις με επιπλοκές, μπορεί να απαιτηθεί φαρμακευτική βοήθεια ή ακόμα και χειρουργικές παρεμβάσεις.

preloader