Σακχαρώδης Διαβήτης και Γαστρεντερικό Σύστημα

55

Υπολογίζεται ότι η συχνότητα συμπτωμάτων από το πεπτικό στους διαβητικούς ασθενείς κυμαίνεται μεταξύ 60-75%, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από το γενικό πληθυσμό. Τα συμπτώματα αυτά οφείλονται κυρίως στην περιφερική-σπλαχνική νευροπάθεια του μακροχρόνιου, συνήθως ινσουλινοθεραπευόμενου, διαβήτη που οδηγεί σε διαταραχή της συσπαστικότητας του πεπτικού σωλήνα. ρύθμισης﷽﷽χέτιση και με το βαθμόΆλλες αιτίες των συμπτωμάτων είναι η μικροαγγειοπάθεια, η ευπάθεια σε λοιμώξεις, οι μεταβολικές και ορμονικές διαταραχές, αλλά αυτή καθεαυτή η . κακή ρύθμιση του σακχάρου.

Ανώτερο Πεπτικό Σύστημα

Οισοφάγος
Στους διαβητικούς ασθενείς παρατηρούνται συχνότερα διαταραχές της κινητικότητας του οισοφάγου, όπως μειωμένηένταση περισταλτικών συσπάσεων, αυτόματες συσπάσεις, καθυστέρηση της προώθησης του βλωμού, υποτονία κατώτερου οισοφαγικού σφιγκτήρα. Οι διαταραχές αυτές είναι συχνότερα ασυμπτωματικές ή εκδηλώνονται με τυπικά συμπτώματα Γαστροοισοφαγικής Παλινδρομικής Νόσου (οπισθοστερνικό καύσος, όξινες αναγωγές) ή δυσφαγίας. Επιπλέον, ο ΣΔ προδιαθέτει σε στοματική και οισοφαγική μυκητίαση (κυρίως καντιντίαση).

Στους ασθενείς με ΓΟΠΝ χορηγούνται αντιεκκριτικά φάρμακα, δηλαδή αναστολείς αντλίας πρωτονίων, όπως και στο γενικό πληθυσμό, αλλά εξίσου σημαντικό ρόλο έχει η καλή ρύθμιση του σακχάρου.

Στόμαχος

Διαβητική Γαστροπάθεια

Υπολογίζεται ότι 5-12% των διαβητικών ασθενών παρουσιάζουν συμπτώματα διαβητικής γαστροπάθειας όπως αίσθημα πρώιμου κορεσμού, μεταγευματικής επιγαστρικής δυσφορίας ή επιγαστραλγίας, ναυτίας και εμέτων. Η διαταραχή της κινητικότητας του στομάχου θεωρείται ο κύριος παράγοντας που προκαλεί τα ανωτέρω συμπτώματα. Πιο συγκεκριμένα σε ασθενείς με ΣΔπαρατηρείται καθυστέρηση στην προώθηση της στερεάς τροφής (γαστροπάρεση). Η διαβητική γαστροπάθεια μπορεί να εκδηλωθεί και οξέως σε περίοδο υπεργλυκαιμίας, αλλά και αντιστρόφως μπορεί να συμβάλλει σε απορρύθμιση του σακχάρου ασθενών που λαμβάνουν από του στόματος αντιδιαβητικά δισκία.

Η διάγνωση της γαστροπάρεσης γίνεται με σπινθηρογραφικό έλεγχο κένωσης στερεού γεύματος. Επειδή όμως τα συμπτώματα είναι μη ειδικά, απαραίτητη προυπόθεση είναι ο ενδοσκοπικός έλεγχος του στομάχου, ώστε να αποκλειστούν άλλα αίτια που προκαλούν παρόμοια συμπτώματα.

Η θεραπεία της διαβητικής γαστροπάθειας συνίσταται αρχικά σε κάποια γενικά μέτρα με κυριότερο τη σωστή ρύθμιση του σακχάρου, αλλά και αλλαγή στις διατροφικές συνήθειες: αυξημένη πρόσληψη υγρών, μικρά και συχνά γεύματα, αποφυγή λιπαρών τροφών, αλκοόλ και καπνίσματος. Για τη βελτίωση της κινητικότητας του στομάχου και τη συμπτωματική ανακούφιση των ασθενών χρησιμοποιούνται  ευκινητικά  και αντιεμετικά φάρμακα με κυριότερα τη μετοκλοπραμίδη και τη δομπεριδόνη. Σε σοβαρές περιπτώσεις κρίνεται αναγκαία η συμβουλή διαιτολόγου και η χορήγηση βιταμινών, ιχνοστοιχείων κλπ.

Κατώτερο Πεπτικό

Διάρροια – Δυσκοιλιότητα

Το 1/5 των ασθενών με ΣΔ εμφανίζει χρόνια διάρροια. Πρόκειται για πολυπαραγοντικής αιτιολογίας φαινόμενο, που συμβάλλουν η διαταραχή της κινητικότητας του εντέρου (που οδηγεί σε βακτηριακή υπερανάπτυξη), η μικροαγγειοπάθεια, κάποιου βαθμού ανεπάρκεια της εξωκρινούς μοίρας του παγκρέατος που ενίοτε συνυπάρχει και δημιουργεί στεατόρροια (δυσαπορρόφηση λίπους) και η δυσαπορρόφηση των χολικών αλάτων. Πρέπει ωστόσο να τονιστεί ότι στους ασθενείς που λαμβάνουν αντιδιαβητικά δισκία επιβάλλεται να εξετάζεται το ενδεχόμενο της φαρμακευτικής προέλευσης των διαρροιών (από τα αντιδιαβητικά δισκία). Αφού ολοκληρωθεί ο έλεγχος που πρέπει να διενεργείται σε κάθε ασθενή με χρόνια διάρροια, η αντιμετώπιση βασίζεται στη θεραπεία της υποκείμενης αιτίας.

Η δυσκοιλιότητα είναι μια από τις συχνότερες επιπλοκές του διαβήτη, προσβάλλοντας το 20-40% των ασθενών. Και σε αυτή την περίπτωση κυρίαρχο ρόλο παίζει η αυτόνομη νευροπάθεια σε συνδυασμό με την ανεπαρκή ρύθμιση του σακχάρου. Η αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας σε διαβητικούς ασθενείς περιλαμβάνει την αυξημένη πρόσληψη υγρών και φυτικών ινών. Από φαρμακευτική αγωγή προτιμώνται τα ωσμωτικώς δρώντα υπακτικά, αλλά σε περίπτωση μη ανταπόκρισης χρησιμοποιούνται και διεγερτικά υπακτικά.

Ήπαρ και Χοληδόχος Κύστη

Μη αλκοολική στεάτωση και στεατοηπατίτιδα

Η μη αλκοολική στεάτωση ήπατος (NAFLD) είναι η συσσώρευση λίπους στο ήπαρ που δε σχετίζεται με την κατάχρηση αλκοόλ. Όταν η κατάσταση αυτή συνοδεύεται από ηπατοκυτταρική βλάβη, φλεγμονή ή και ηπατική ίνωση, ονομάζεται μη αλκοολική στεατοηπατίτιδα (NASH) που με τη σειρά της μπορεί να οδηγήσει σε κίρρωση και ηπατοκυτταρικό καρκίνο. Οι νοσολογικές αυτές οντότητες σχετίζονται αιτιολογικά με την αντίσταση στην ινσουλίνη, την παχυσαρκία και το μεταβολικό σύνδρομο γενικότερα. Έχει πλέον αποδειχθεί ότι η παρουσία NAFLD αποτελεί  προγνωστικό παράγοντα για την ανάπτυξη σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2. Ασφαλώς η επίπτωση της NAFLD είναι μεγαλύτερη ανάμεσα στους διαβητικούς ασθενείς, ενώ ο σακχαρώδης διαβήτης συνιστά κακό προγνωστικό σημείο ως προς την εξέλιξη της NAFLD σε NASH: 75% των ασθενών με NASH είναι διαβητικοί.

Η NAFLD είναι συνήθως ασυμπτωματική.Ο κλινικός γιατρός υποψιάζεται όταν σε ασθενή με τους προαναφερθέντες προδιαθεσικούς παράγοντες βρεθεί ήπια αύξηση των τρανσαμινασών-ιδίως της ALT- και της γ-GT. Απεικονιστικά, η στεάτωση μπορεί να διαγνωστεί με απλό υπερηχογράφημα κοιλίας αλλά και αξονική ή μαγνητική τομογραφία. Η μόνη μέθοδος διάκρισης μεταξύ NAFLD και NASH είναι η ηπατική βιοψία που στη δεύτερη περίπτωση θα δείξει επιπλέον στοιχεία νεκροφλεγμονώδους δραστηριότητας. Ωστόσο, η διάκριση αυτή έχει μόνο προγνωστική αξία, αφού ειδική θεραπεία για τη NASH δεν υπάρχει, και δεδομένου ότι η βιοψία ήπατος ενέχει κίνδυνο επιπλοκών, η μέθοδος αυτή επιφυλάσσεται για επιλεγμένες περιπτώσεις ασθενών με υψηλή πιθανότητα ηπατικής νόσου. Η ελαστογραφία ήπατος (fibroscan) είναι μια πρόσφατη μέθοδος, μη επεμβατική, απλή και γρήγορη, που επιτρέπει τον προσδιορισμό του βαθμού ηπατικής ίνωσης σε ασθενείς με ηπατοπάθεια. Ως εκ τούτου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αρχική εκτίμηση και παρακολούθηση των ασθενών με NAFLD και NASH.

Στους διαβητικούς με NAFLDκαι NASHπρωταρχική θέση έχει η ρύθμιση του σακχάρου αλλά και γενικά η απώλεια βάρους, η φυσική άσκηση και η διόρθωση της υπερλιπιδαιμίας και της αρτηριακής υπέρτασης, εφόσον συνυπάρχουν.

Χολολιθίαση – Χολοκυστίτιδα

Στους διαβητικούς ασθενείς έχει παρατηρηθεί αυξημένη επίπτωση χολολιθίασης, πιθανώς λόγω υποκινητικότητας της χοληδόχου κύστης. Επίσης, στους ασθενείς αυτούς παρουσιάζονται συχνότερα επιπλοκές της χολολιθίασης (χολοκυστίτιδα, ύδρωπας χοληδόχου κύστης), ενώ η γενικότερη ευπάθεια στις λοιμώξεις συνεπάγεται υψηλότερη πιθανότητα επιπλεγμένης λοίμωξης.

Είναι φανερό ότι ο σακχαρώδης διαβήτης σχετίζεται με ποικιλία νοσημάτων και συμπτωμάτων από το γαστρεντερικό σύστημα, που αυξάνουν τη νοσηρότητα των ασθενών και επιδρούν αρνητικά στην ποιότητα ζωής τους. Το κλειδί για την πρόληψη και την αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων είναι η ευγλυκαιμία. Επομένως ο κλινικός ιατρός οφείλει να είναι ευαισθητοποιημένος απέναντι στο διαβητικό ασθενή που αναφέρει συμπτωματολογία από το πεπτικό και πέρα από την ανακουφιστική ή αιτιολογική θεραπεία, να εστιάζει σε προσαρμογές στον τρόπο ζωής ή και στην αντιδιαβητική αγωγή που να στοχεύουν στην ιδανικότερη ρύθμιση του σακχάρου.