ΒΡΟΓΧΙΚΟ ΑΣΘΜΑ ΚΑΙ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ

47

Το βρογχικό άσθμα και ο σακχαρώδης διαβήτης είναι δύο συχνά νοσήματα, που αποτελούν σημαντικό φορτίο για τη δημόσια υγεία.

Το άσθμα είναι μια ετερογενής χρόνια φλεγμονώδης νόσος των αεραγωγών που εκδηλώνεται με επαναλαμβανόμενα επεισόδια συριγμού, δύσπνοιας, βάρους στο στήθος και βήχα. Τα παραπάνω συνδυάζονται με μεταβαλλόμενη απόφραξη των αεραγωγών που αναστρέφεται είτε αυτόματα είτε μετά από θεραπευτική παρέμβαση.

Τα συμπτώματα του άσθματος μπορεί να έχουν εποχική κατανομή (συνήθως άνοιξη-φθινόπωρο) ή να παρατηρούνται σε όλη τη διάρκεια του χρόνου. Χαρακτηριστικά, τα συμπτώματα εμφανίζονται τη νύχτα ή νωρίς το πρωί, μετά από έκθεση σε αλλεργιογόνα, ερεθιστικές ουσίες ή κρύο αέρα, κατά τη διάρκεια της άσκησης, ή μετά από λήψη φαρμάκων (όπως οι β-αποκλειστές, η ασπιρίνη και άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη).

Η διάγνωση του άσθματος βασίζεται στο ιστορικό και στη συμβατή κλινική εικόνα (συμπτώματα). Η τεκμηρίωση γίνεται με την ανεύρεση σημαντικής αναστρεψιμότητας στη σπιρομέτρηση.  Εναλλακτικά, μπορεί να χρησιμοποιηθεί φορητό ροόμετρο, όπου αναγνωρίζεται διακύμανση της μέγιστης εκπνευστικής ροής.  Σε περιπτώσεις δυσκολίας τεκμηρίωσης της διάγνωσης χρησιμοποιούνται δοκιμασίες πρόκλησης, που αξιολογούν την ειδική ευαισθησία που έχουν οι αεραγωγοί των ασθενών με άσθμα, που αποκαλείται βρογχική υπεραντιδραστικότητα.

Στόχος της σύγχρονης θεραπείας του άσθματος είναι η επίτευξη και διατήρηση του ελέγχου και η μείωση του μελλοντικού κινδύνου. Ο έλεγχος συνίσταται στην απουσία πρωινών και νυκτερινών συμπτωμάτων και στη διατήρηση φυσιολογικών καθημερινών δραστηριοτήτων.

Η μείωση του μελλοντικού κινδύνου περιλαμβάνει την αποφυγή των παροξύνσεων (κρίσεων) της νόσου και την ελάττωση των ανεπιθύμητων ενεργειών από την φαρμακοθεραπεία.  Στη  φαρμακευτική θεραπεία περιλαμβάνονται, κυρίως, φάρμακα που δίνονται με τη μορφή εισπνοών και διακρίνονται σε ρυθμιστικά που χορηγούνται σε καθημερινή βάση και ανακουφιστικά. Το κύριο ρυθμιστικό φάρμακο είναι τα εισπνεόμενα κορτικοειδή, που δίνεται συνήθως σε μικρές δόσεις και δεν προκαλεί σοβαρές παρενέργειες.  Άλλα ρυθμιστικά φάρμακα είναι οι β2-διεγέρτες μακράς δράσης, η μοντελουκάστη και η θεοφυλλίνη.

Στις κρίσεις (παροξύνσεις) του άσθματος, η συνήθης θεραπεία περιλαμβάνει τη χορήγηση συστηματικών (από του στόματος ή ενδοφλέβια) κορτικοειδών για βραχύ χρονικό διάστημα 7 ημερών. Τα από του στόματος χορηγούμενα κορτικοειδή συμβάλλουν με δοσοεξαρτώμενο τρόπο σε υπεργλυκαιμία/διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη και σακχαρώδη διαβήτη και η χορήγησή τους απαιτεί στενή παρακολούθηση.  Αντίθετα, οι συστηματικές συγκεντρώσεις των εισπνεόμενων κορτικοειδών που χορηγούνται καθημερινά στους ασθματικούς ασθενείς, πιστεύεται ότι είναι αρκετά χαμηλές για να επηρεάσουν τα επίπεδα γλυκόζης αίματος στη συντριπτική πλειονότητα των ασθματικών.

Παρόλα αυτά, μελέτη από τις ΗΠΑ αναφέρει αύξηση των επιπέδων γλυκόζης σε ασθματικούς ασθενείς με διαπιστωμένο σακχαρώδη διαβήτη, αλλά όχι σε εκείνους χωρίς διαβήτη που λαμβάνουν εισπνεόμενα κορτικοειδή. Σε άλλη μελέτη, ασθματικοί ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ, παρουσίασαν αύξηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης 6 εβδομάδες μετά τη θεραπεία με εισπνεόμενη φλουτικαζόνη. Ωστόσο, μεγάλη αναδρομική μελέτη έδειξε ότι η θεραπεία με εισπνεόμενα κορτικοειδή σε ασθενείς με βρογχικό άσθμα δεν σχετιζόταν με αυξημένο κίνδυνο πρωτοεμφανιζόμενου σακχαρώδη διαβήτη.

Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι η παχυσαρκία που – ως γνωστό – σχετίζεται με ανάπτυξη ανοχής στη γλυκόζη και τύπου ΙΙ διαβήτη, αποτελεί παράγοντα κακού ελέγχου του άσθματος και ο παχύσαρκος ασθματικός οφείλει να χάσει σωματικό βάρος με όφελος τη βελτίωση της αναπνευστικής του λειτουργίας.

Συμπερασματικά, η χορήγηση εισπνεόμενων κορτικοειδών στις συνήθεις δόσεις που χορηγούνται στην πλειοψηφία των ασθματικών, δεν αποτελεί πρόβλημα για τον έλεγχο του γλυκαιμικού προφίλ του ασθενούς, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή όχι επιβεβαιωμένου σακχαρώδη διαβήτη.  Ο ικανοποιητικός έλεγχος τόσο του άσθματος όσο και του διαβήτη πρέπει να αποτελούν το στόχο σε κάθε ασθενή που πάσχει από τα δυο νοσήματα, στόχος που είναι εφικτός με την κατάλληλη αγωγή και παρακολούθηση.