Υαλοειδοωχρική έλξη: Υπάρχει βιολογικό νυστέρι;

55

Στην Οφθαλμολογία βιώνουμε μια σημαντική εξέλιξη, καθώς είναι η πρώτη φορά που μια βιολογική θεραπεία συμπληρώνει μια κατ’εξοχήν χειρουργική πράξη. 

Το εσωτερικό του ματιού μας πληρείται από μια γέλη (gel) που καλείται υαλοειδές, η οποία και έρχεται σε άμεση επαφή με τον εσωτερικό φωτοευαίσθητο χιτώνα – τον αμφιβληστροειδή.  Η ωχρά κηλίδα αποτελεί την κεντρική περιοχή του αμφιβληστροειδούς που είναι υπεύθυνη για την ευκρινή μας όραση. Μεγαλώνοντας το υαλοειδές ρευστοποιείται και αποκολλάται βαθμιαία από τον αμφιβληστροειδή, μια διαδικασία που καλείται αποκόλληση του υαλοειδούς.  Σε κάποιους από εμάς η αποκόλληση αυτή δεν εξελίσσεται ομαλά, γεγονός που στοιχειοθετεί το σύνδρομο υαλοειδοωχρικής έλξης.  Με απλά λόγια το υαλοειδές έλκει την ωχρά κηλίδα, παραμορφώνει τα κύτταρα της κεντρικής όρασης και συνεπάγεται συχνά μη αναστρέψιμες βλάβες στην ευκρινή μας όραση.

Στα πρώτα στάδια του συνδρόμου ο ασθενής αναφέρει μια δυσκολία στην κεντρική του όραση, μια αδυναμία εστίασης σε λεπτομέρειες μιας εικόνας, καθώς και μια παραμόρφωση σε γραμμές τις οποίες εκλαμβάνει ως καμπύλες.  Συνήθως αυτό συμβαίνει μόνο στον ένα οφθαλμό με αποτέλεσμα να διαφεύγει της προσοχής στα πρώιμα στάδια.  Η θόλωση αυτή εξελίσσεται βαθμιαία σε ένα κεντρικό σκότωμα, όπου λείπει κυριολεκτικά ένα κομμάτι της εικόνας και υπάρχει πλήρης αδυναμία ανάγνωσης.  Η διάγνωση του συνδρόμου υαλοειδοωχρικής έλξης γίνεται με μια οφθαλμολογική εξέταση που περιλαμβάνει βυθοσκόπηση, επισκόπηση δηλαδή του αμφιβληστροειδούς, και εξέταση οπτικής τομογραφίας συνοχής (ΟCT) η οποία και επιβεβαιώνει την έλξη στην κεντρική περιοχή της όρασης.

Η πάθηση αφορά κυρίως ανθρώπους μέσης ηλικίας σε συχνότητα που ποικίλει ανάλογα με την βαρύτητα των συμπτωμάτων.  Γεγονός όμως είναι ότι η ανώμαλη αυτή εξέλιξη της αποκόλλησης του υαλοειδούς που στοιχειοθετεί το σύνδρομο είναι σαφώς πιο συχνή απ’ότι αρχικά νομίζαμε.  Πώς όμως αντιμετωπίζεται;

Καθώς ένα ποσοστό ασθενών (μέχρι και 25%) εμφανίζει αυτόματη λύση της έλξης σε μια προοπτική 1-2 ετών, ασθενείς με ήπιες ενοχλήσεις σε πρώιμα στάδια μπορούν να παρακολουθηθούν.  Εφόσον όμως η πάθηση εξελιχθεί μοναδική λύση μέχρι πρότινος αποτελούσε η χειρουργική αφαίρεση της έλξης με την μέθοδο της υαλοειδεκτομής.  Η πρόσφατη έγκριση μιας νεότερης βιολογικής θεραπείας (οκριπλασμίνη) μας δίνει την δυνατότητα να επέμβουμε σε ένα πρώιμο στάδιο γεφυρώνοντας έτσι ένα θεραπευτικό κενό.  Πώς λειτουργεί η οκριπλασμίνη;

Η οκριπλασμίνη είναι ένα ένζυμο (πρωτείνη) η οποία διασπά την ανώμαλη σύνδεση μεταξύ της ωχράς κηλίδας και του υαλοειδούς.  Εγχύεται εφ’άπαξ εντός του ματιού και λειτουργεί κυριολεκτικά ως ένα βιολογικό νυστέρι που εκτελεί μια μέχρι πρότινος αποκλειστικά χειρουργική πράξη.  Μελέτες  έχουν αναδείξει την εξαιρετική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της οκριπλασμίνης εφόσον αυτή εφαρμοστεί σε ορθά επιλεγμένα περιστατικά έλξης.  Με άλλα λόγια, το βιολογικό αυτό νυστέρι επί του παρόντος δεν έρχεται για να αντικαταστήσει την σύγχρονη μικροχειρουργική της ωχράς, αλλά έρχεται για να την συμπληρώσει σε συγκεκριμένα περιστατικά.  Πρόκειται για μια εξέλιξη που θεμελιώνει στην πράξη την ελάχιστα επεμβατική ιατρική πράξη βάσει προκαθορισμένων εξατομικευμένων κριτηρίων.

Συμπερασματικά, το σύνδρομο υαλοειδοωχρικής έλξης είναι μια πάθηση θεραπεύσιμη χρησιμοποιώντας αυστηρά εξατομικευμένα κριτήρια.  Η πρώιμη διάγνωση αποτελεί αναντίρρητα τον ακρογωνιαίο λίθο της ορθής θεραπευτικής αντιμετώπισης, είτε αυτή είναι απλή παρακολούθηση, είτε το νεότερο βιολογικό νυστέρι (οκριπλασμίνη), είτε το συμβατικό μικροχειρουργικό νυστέρι (υαλοειδεκτομή).