Όλα τα τελευταία δεδομένα στο Διαβήτη

388

Με ιδιαίτερη επιτυχία πραγματοποιήθηκε και εφέτος το Πανευρωπαικό Συνέδριο Διαβήτη (European Association for the Study of Diabetes EASD 2019 Annual Meeting) στη Βαρκελώνη, όπου ανακοινώθηκαν πολύ ενδιαφέρουσες εργασίες, καθώς και τα αποτελέσματα μεγάλων πολυκεντρικών μελετών που αφορούσαν τις νεότερες αντιδιαβητικές αγωγές.

Συγκεκριμένα, ιδιαίτερη αναφορά έγινε στα αποτελέσματα της μελέτης DAPA HF, η πρώτη παρουσίαση της οποίας έγινε στο European College of Cardiology (ESC) Congress 2019. Στη μελέτη συμμετείχαν 4.744 ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια (ΚΑ) και μειωμένο κλάσμα εξώθησης (New York Heart Association τάξης II με IV). Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν μείωση του κινδύνου επιδείνωσης της ΚΑ κατά 30%, των νοσηλειών λόγω ΚΑ κατά 30% και του καρδιαγγειακού θανάτου κατά 18%. Ο σχολιασμός που έγινε από τους συγγραφείς της μελέτης στο EASD αφορούσε στο γεγονός ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των ατόμων που συμμετείχαν στη μελέτη ήταν μη διαβητικοί και συνεπώς προκύπτουν πολλαπλά οφέλη από τη χορήγηση της δαπαγλιφλοζίνης στους ασθενείς με ΚΑ ανεξάρτητα από την παρουσία διαβήτη. Αλλά και στα άτομα με διαβήτη τα αποτελέσματα της χορήγησης της δαπαγλιφλοζίνης στις εκβάσεις που αφορούσαν την ΚΑ, καθώς και τον καρδιαγγειακό θάνατο ήταν ανάλογα.

Ελπιδοφόρα ήταν τα αποτελέσματα της μελέτης Trials of Imeglimin for Efficacy and Safety (TIMES), που αφορούσε ένα καινοτόμο φάρμακο την ιμεγλιμίνη. Η ιμεγλιμίνη δρα στο επίπεδο του μιτοχονδρίου αυξάνοντας την έκκριση ινσουλίνης αλλά και την ευαισθησία στην ινσουλίνη των σκελετικών μυών. Η ιμεγλιμίνη έδειξε ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα σε μελέτες φάσης 2 και 3 σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, καθώς και σε υποπληθυσμούς ασθενών με διαβήτη, όπως είναι οι ηλικιωμένοι ασθενείς και οι ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο.  Η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου στη μείωση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης ήταν η ίδια όταν χορηγήθηκε τόσο ως μονοθεραπεία όσο και σε συνδυασμό.

Όσον αφορά τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα μελέτης που έδειξε ότι η χρήση της συνεχούς καταγραφής γλυκόζης (real-time continuous glucose monitoring, rtCGM) συμβάλλει στη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου τόσο στα άτομα που χρησιμοποιούν αντλία ινσουλίνης όσο και στα άτομα που ακολουθούν σχήμα πολλαπλών ενέσεων. Συγκεκριμένα, η συνεχής καταγραφή γλυκόζης αύξησε τον χρόνο που οι ασθενείς βρίσκονταν εντός γλυκαιμικού στόχου και, το σημαντικότερο, μείωσε τον αριθμό των υπογλυκαιμικών επεισοδίων. Μάλιστα, η έννοια του χρόνου εντός στόχου αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία και τείνει να αντικαταστήσει τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη στα άτομα που χρησιμοποιούν τη συνεχή καταγραφή.

Σε άλλη μελέτη, διάρκειας 16 εβδομάδων, που αφορούσε υπέρβαρους/ παχύσαρκους ασθενείς, βρέθηκε ότι η χορτοφαγική δίαιτα με χαμηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά προκαλεί μεταβολή στο εντερικό μικροβίωμα με αποτέλεσμα τη μείωση του σωματικού βάρους (κατά 5,8 κιλά) και τη βελτίωση της ευαισθησίας των ιστών στην ινσουλίνη. Φαίνεται, λοιπόν, ότι το εντερικό μικροβίωμα κατέχει βασικό ρόλο στη ρύθμιση του μεταβολισμού και παρεμβάσεις που στόχο έχουν τη μεταβολή του θα αποτελέσουν το επίκεντρο της θεραπείας του διαβήτη τα επόμενα χρόνια.

Τέλος, στο EASD ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα της μελέτης VERIFY, που ενδεχομένως να αλλάξουν τις υπάρχουσες κατευθυντήριες οδηγίες. Συγκεκριμένα, σε ασθενείς με πρωτοδιάγνωση διαβήτη και επίπεδα γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης μεταξύ 6,5% και 7,5%, οι ασθενείς που έλαβαν εξαρχής συνδυασμένη θεραπεία με μετφορμίνη και αναστολέα  DPP-4 (στη μελέτη χρησιμοποιήθηκε η βιλνταγλιπτίνη) ήταν λιγότερο πιθανό να εμφανίσουν δευτερογενή αστοχία όσον αφορά στο γλυκαιμικό έλεγχο, σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία σε μία περίοδο παρακολούθησης 5 ετών. Βλέπουμε δηλαδή, ότι η χορήγηση συνδυασμού αντιδιαβητικών φαρμάκων ήδη από τη διάγνωση του διαβήτη συμβάλλει στη μεταβολική μνήμη και στη διατήρηση του μακροχρόνιου γλυκαιμικού ελέγχου.

Συνοψίζοντας, φαίνεται ότι νέα δεδομένα έρχονται να προστεθούν στη θεραπευτική διαχείριση των ασθενών με διαβήτη και αφορούν είτε νέες ευεργετικές δράσεις των αντιδιαβητικών αγωγών που ήδη διαθέτουμε, είτε νέες κατηγορίες με πολλά υποσχόμενα αποτελέσματα, στοχεύοντας σε διαφορετικούς παθογενετικούς μηχανισμούς.