Γλυκαντικά: το διατροφικό δίλημμα και ο Διαβήτης

33

Είναι ο συχνότερα εμφανιζόμενος διαβήτης και συνηθίζεται να λέγεται μη-ινσουλινοεξαρτώμενος διαβήτης. Αν και η γενετική βάση του διαβήτη τύπου 2 δεν έχει ακόμα πλήρως διευκρινιστεί, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι η παχυσαρκία, η κακή διατροφή και η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας,  αποτελούν τους σημαντικότερους μη-γενετικούς παράγοντες κινδύνου εμφάνισης της νόσου.  Σύμφωνα με τις συστάσεις μεγάλων διεθνών οργανισμών, η διατροφή παίζει βασικό ρόλο στην πρόληψη και θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ.

Ένα από τα συχνότερα διατροφικά διλήμματα των ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη είναι η ικανοποίηση της επιθυμίας τους για γλυκιά γεύση, χωρίς όμως να διαταράσσονται  τα επίπεδα γλυκόζης. Η συγκεκριμένη ανάγκη ικανοποιείται πλέον με τη χρήση ολιγοθερμιδικών γλυκαντικών, τα οποία μπορούν να βοηθήσουν τα άτομα με διαβήτη, ώστε να κρατήσουν τη γλυκιά γεύση στη διατροφή τους. Κι αυτό, γιατί παρέχουν γλυκύτητα χωρίς να επηρεάζουν τα επίπεδα γλυκόζης και ινσουλίνης στο αίμα, ενώ παράλληλα, διευκολύνουν τον έλεγχο του βάρους, στο πλαίσιο ενός υγιεινού πρότυπου διατροφής που περιλαμβάνει διαιτολόγιο συγκεκριμένων χαμηλών θερμίδων.

Ιδανικές εναλλακτικές αποτελούν τα ακόλουθα:

Σακχαρίνη: αποτελεί την πιο παλιά γλυκαντική ύλη, που ανακαλύφθηκε τυχαία το 1879 και είναι 500 φορές πιο γλυκιά από τη ζάχαρη. Η αποδεκτή ημερήσια πρόσληψη (ADI) για παιδιά και ενήλικες είναι 0-5 mg/kg ΣΒ/ημέρα. Σχηματίζει άλατα με νάτριο ή ασβέστιο και είναι ανθεκτικά στη θερμότητα, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούνται στη μαγειρική. Η σαχαρίνη δεν απορροφάται από τον οργανισμό και χρησιμοποιείται σε πολλά ποτά, τρόφιμα και προϊόντα στοματικής υγιεινής, σε πάνω από 90 χώρες παγκοσμίως, καθώς είναι  εγκεκριμένη για ποικιλία χρήσεων με βάση την Ευρωπαϊκή οδηγία  για τα γλυκαντικά 94/35/EC.

Ασπαρτάμη: αποτελείται από δύο αμινοξέα (ασπαρτικό οξύ και φαινυλαλανίνη) και είναι μία από τις πιο παλιές και ευρέως διαδεδομένη γλυκαντική ύλη, μιας και χρησιμοποιείται σε περισσότερα από 6,000 τρόφιμα, λόγω των καλών της οργανοληπτικών χαρακτηριστικών. Ωστόσο, η ασπαρτάμη δε χρησιμοποιείται στο ψήσιμο στη μαγειρική και ζαχαροπλαστική, μιας και σε υψηλές θερμοκρασίες χάνει τη γλυκύτητά της. Η γλυκαντική δύναμη της ασπαρτάμης είναι 200 φορές μεγαλύτερη από εκείνη της ζάχαρης και, αν και αποδίδει θερμίδες (4 θερμίδες ανά γραμμάριο), επειδή χρησιμοποιείται σε εξαιρετικά μικρές ποσότητες, αποδίδει τελικά σχεδόν μηδενικές θερμίδες. Η αποδεκτή ημερήσια πρόσληψη (ADI) για παιδιά και ενήλικες είναι 0-40 mg/kg ΣΒ/ημέρα. Σύμφωνα με τη διεθνή επιστημονική κοινότητα και τους αρμόδιους φορείς ασφάλειας τροφίμων, η κατανάλωση της ασπαρτάμης ενδείκνυται για διαβητικούς ασθενείς, εγκύους και παιδιά, ενώ η χρήση της απαγορεύεται από άτομα με τη γενετική νόσο φαινυλκετονουρία.

Σουκραλόζη:

Η σουκραλόζη ανακαλύφθηκε το 1976. Παρασκευάζεται από τη ζάχαρη μέσω μιας επεξεργασίας η οποία αλλάζει τη δομή του μορίου της, καταλήγοντας στη γλυκαντική αυτή ύλη, της οποίας η γλυκύτητα ξεπερνά αυτήν της ζάχαρης κατά 600 φορές. Το 1998, ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) ενέκρινε τη χρήση της σε 15 κατηγορίες τροφίμων και ποτών. Από το 1999 θεωρείται «γλυκαντικό γενικής χρήσης». Έκτοτε, περισσότερες από 80 χώρες έχουν εγκρίνει τη χρήση της σε διάφορα προϊόντα. Περισσότερες από 100 επιστημονικές μελέτες που έγιναν την τελευταία εικοσαετία πιστοποιούν την ασφάλεια της σουκραλόζης.

Η σουκραλόζη μπορεί να καταναλώνεται από γυναίκες κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης αλλά και από τα παιδιά. Επίσης, μπορεί να καταναλώνεται από διαβητικούς, οι οποίοι πρέπει καθημερινά να ελέγχουν την ποσότητα υδατανθράκων και ιδιαίτερα της ζάχαρης, που προσλαμβάνουν μέσα από τη διατροφή τους. Μπορούν έτσι, να απολαμβάνουν προϊόντα με γλυκιά γεύση χωρίς να ανησυχούν για πιθανή διαταραχή των επιπέδων γλυκόζης του αίματος. Η ευρωπαϊκή αποδεκτή ημερήσια πρόσληψη (ADI) για παιδιά και ενήλικες είναι 0-15 mg/kg ΣΒ/ημέρα.

 Στέβια: Η στέβια είναι ένα θαμνώδες φυτό που φύεται στην Παραγουάη και στη Βραζιλία, με φύλλα που είναι πλούσια σε συστατικά με γλυκιά γεύση, τους γλυκοζίτες, που παραλαμβάνονται από τα φύλλα με μια απλή διαδικασία και τελικά αποδίδουν 200 φορές πιο γλυκιά γεύση συγκριτικά με τη ζάχαρη. Επίσημα, η πρώτη χρήση της ως γλυκαντική ύλη καταγράφηκε το 1887 από τον ερευνητή Antonio Betoni, αν και λέγεται πως άρχισε να χρησιμοποιείται πολύ παλιότερα από τη φυλή Ινδιάνων Guarani.

Το γλυκαντικό από το φυτό στέβια το βρίσκουμε σε μορφή σκόνης, υγρού και δισκίων. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο του ή σε συνδυασμό με ζάχαρη ή άλλη γλυκαντική ύλη, τόσο για την ενίσχυση της γλυκιάς γεύσης ενός ροφήματος ή ποτού, όσο και στη ζαχαροπλαστική.

Από το Δεκέμβριο του 2011, οι καταναλωτές ανά την Ευρώπη μπορούν να χρησιμοποιούν ελεύθερα προϊόντα που περιέχουν γλυκοζίτες στεβιόλης, στους οποίους ως πρόσθετο συστατικό στα τρόφιμα και τα ποτά, έχει δοθεί το νούμερο Ε961. Στην Αμερική, ο Αμερικανικός οργανισμός τροφίμων και φαρμάκων (FDA), έκριναν ως απολύτως ασφαλή τη χρήση γλυκοζιτών στεβιόλης το 2008, ενώ το 2009 και η Γαλλική αρχή ασφάλειας τροφίμων ενέκρινε τη χρήση τους.  Κορυφαίοι οργανισμοί σχετικοί με την ασφάλεια τροφίμων, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας για τα Πρόσθετα Τροφίμων (JECFA) και η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων (EFSA), έχουν εγκρίνει τους γλυκοζίτες στεβιόλης ως γλυκαντική ύλη, κατάλληλη για διαβητικούς και ασφαλή για όλους τους πληθυσμούς, όπως έγκυες και θηλάζουσες γυναίκες και παιδιά. Η αποδεκτή ημερήσια πρόσληψη (ADI) για παιδιά και ενήλικες είναι 0-4 mg/kg ΣΒ/ημέρα.

Γνωρίζετε ότι…

Η φρουκτόζη δεν αποτελεί πλέον το καταλληλότερο γλυκαντικό υποκατάστατο της ζάχαρης για τα άτομα με διαβήτη, αφού, αν και ανεβάζει λιγότερο τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα σε σχέση με τη ζάχαρη, συμβάλλει στην αύξηση των λιπιδίων του αίματος. Επιπλέον, δίνει τις ίδιες θερμίδες με τη ζάχαρη (απλά είναι γλυκύτερη κι έτσι μπορεί να χρησιμοποιείται σε σχετικά μικρότερη ποσότητα). Για το λόγο αυτό, τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη που έχουν συγχρόνως και δυσλιπιδαιμία (π.χ. υπερτριγλυκεριδαιμία), καλό είναι να αποφεύγουν την κατανάλωση φρουκτόζης ως πρόσθετης ουσίας σε τροφές. Δεν απαγορεύεται η κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, που αποτελούν φυσικές πηγές φρουκτόζης.