Το σωματικό βάρος, στο επίκεντρο της σύγχρονης θεραπευτικής αντιμετώπισης του Διαβήτη Τύπου 2

19

Η βαριατρική χειρουργική ή μεταβολική χειρουργική, όπως σήμερα αποκαλείται, είναι αποτελεσματική και στη μείωση του σωματικού βάρους και στην αντιμετώπιση του διαβήτη.

Παχύσαρκοι είναι το 60% και με βάρος γενικά πάνω από το φυσιολογικό έχει το 90% των διαβητικών, αφού γνωρίζουμε ότι η ύπαρξη αυξημένου σωματικού βάρους πολλαπλασιάζει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη.

Ο σακχαρώδης διαβήτης (θα εννοούμε πάντα το διαβήτη τύπου 2 πλέον) και η παχυσαρκία, είναι σήμερα οι συχνότερες μεταβολικές νόσοι. Μάλιστα, η συχνότητα εμφάνισής τους σήμερα είναι αυξημένη σε σύγκριση με πριν από λίγες δεκαετίες και η πρόβλεψη για το μέλλον είναι δυσμενέστατη, διότι φαίνεται ότι η αύξησή τους και η εμφάνιση των επιπλοκών τους θα είναι εκρηκτική.

Είναι πλέον κοινή γνώση ότι όσο αυξάνεται το σωματικό λίπος και ιδιαίτερα το ενδοκοιλιακό λίπος τόσο αυξάνεται η αντίσταση των ιστών στη δράση της ινσουλίνης που παράγεται στο πάγκρεας από τα β-κύτταρα. Αυτή η αυξημένη ινσουλινοαντίσταση, δημιουργεί αντιρροπιστική υπερδραστηριότητα των β-κυττάρων, η οποία με την πάροδο του χρόνου, οδηγεί σε έκπτωση της λειτουργίας τους και την εμφάνιση σακχαρώδη διαβήτη.

Σήμερα, πλέον, γνωρίζουμε ότι είναι επιβαρυντικό στοιχείο η συνύπαρξη παχυσαρκίας στα άτομα με διαβήτη.  Ο κίνδυνος να εμφανίσουν τα διαβητικά άτομα στεφανιαία νόσο, είναι αυξημένος ευθέως ανάλογα, όσο αυξημένο είναι το σωματικό τους βάρος. Επίσης, έχει αποδειχθεί ότι ο κίνδυνος εμφάνισης στεφανιαίας νόσου σε άτομα με διαβήτη, αυξάνεται όσο πιο πολύ αύξησαν το σωματικό τους βάρος στην ενήλικη ζωή.  Δεν είναι μόνο επιβαρυντική η επίδραση της παχυσαρκίας στα καρδιαγγειακά επεισόδια στο διαβητικό, αλλά επιδρά επιβαρυντικά και σε άλλους τομείς της υγείας του.

 Εντυπωσιακό είναι ότι έχει αποδειχθεί ότι η συνύπαρξη παχυσαρκίας σε άτομα με διαβήτη, αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαφόρων τύπων καρκίνου και την από αυτούς θνητότητα. Επομένως, στη θεραπευτική αντιμετώπιση του διαβήτη, εκτός της επικέντρωσης στο γλυκαιμικό έλεγχο, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, οπωσδήποτε και το τυχόν αυξημένο σωματικό βάρος.

Οι περισσότερες από τις φαρμακευτικές αγωγές που κλασσικά χρησιμοποιούνταν μέχρι πρότινος στην αντιμετώπιση του διαβήτη, συνοδεύονται με αύξηση του σωματικού βάρους. Η μεγαλύτερη αύξηση βάρους προκαλείται από την ινσουλινοθεραπεία, όπως επίσης σημαντική αύξηση βάρους συνοδεύει τη χορήγηση γλιταζόνης ή σουλφονυλουρίας. Η μετφορμίνη δεν έχει ουσιαστικά επίδραση στο σωματικό βάρος, αν και σε κάποιες μελέτες έδειξε μια μικρή μείωσή του, όπως ουδέτερη επίδραση έχουν και οι αναστολείς του ενζύμου DPP-4. Αντίθετα, τα νεότερα φάρμακα, όπως οι αναστολείς του ενζύμου SGLT-2 και οι αγωνιστές των υποδοχέων GLP-1, προκαλούν ικανή και επιθυμητή μείωση του σωματικού βάρους. Η αύξηση του σωματικού βάρους με την αντιδιαβητική αγωγή,  ιατρικά λοιπόν δεν είναι επιθυμητή, αλλά και οι ασθενείς δηλώνουν μικρότερη ικανοποίηση από την αγωγή τους,  εάν αυτή τους προκαλεί αύξηση του βάρους τους.

Η κατάλληλη διατροφή και άσκηση παραμένει ο θεμέλιος λίθος της αγωγής στο διαβήτη.  Άρα, για τον παχύσαρκο διαβητικό, η διατροφή και η άσκηση θα πρέπει να έχουν στόχο και τη μείωση του σωματικού βάρους, στο μέτρο που αυτή είναι εφικτή και επιτεύξιμη. Η απώλεια βάρους μέσω υποθερμιδικής διατροφής που περιλαμβάνει πρωτεΐνες, λίπος και υδατάνθρακες στις σωστές αναλογίες, φαίνεται σήμερα ότι είναι η καλύτερη διαιτητική προσέγγιση.  Η ευνοϊκή επίδραση της απώλειας βάρους στη γλυκαιμία είναι εντυπωσιακή. Η σημαντικότητα της εκούσιας απώλειας βάρους για τους παχύσαρκους διαβητικούς, αποδεικνύεται από την προκαλούμενη μείωση της ολικής θνητότητας, της θνητότητας από καρδιαγγειακά αίτια και της θνητότητας από αίτια σχετιζόμενα με το διαβήτη.

Η βαριατρική χειρουργική ή μεταβολική χειρουργική, όπως σήμερα αποκαλείται, είναι αποτελεσματική και στη μείωση του σωματικού βάρους και στην αντιμετώπιση του διαβήτη.

Προκαλεί σημαντικότατη μείωση στη γλυκαιμία, σε σημείο μάλιστα που να πετυχαίνει ακόμα και υποστροφή του διαβήτη σε υψηλό ποσοστό, ανάλογα του είδους της επέμβασης.

Συμπερασματικά τονίζεται ότι η ύπαρξη αυξημένου σωματικού βάρους και ιδιαίτερα παχυσαρκίας σε διαβητικά άτομα, όχι μόνον αυξάνει την εμφάνιση επιπλοκών, αλλά δυσχεραίνει και την αντιδιαβητική αγωγή. Επειδή η απώλεια βάρους συνοδεύεται από καλύτερη γλυκαιμική ρύθμιση, επιβάλλεται στο πλαίσιο της σφαιρικής προσέγγισης των προβλημάτων υγείας του υπέρβαρου διαβητικού, να συνυπολογίζεται στην οργάνωση της αντιδιαβητικής θεραπείας και να επιδιώκεται και η απώλεια βάρους.