Ελκώδης Κολίτιδα και Σακχαρώδης Διαβήτης

62

Η Ελκώδης κολίτιδα (ΕΚ) είναι νόσημα που ανήκει στα λεγόμενα ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου (ΙΦΝΕ).  Προσβάλλει το παχύ έντερο και μπορεί να εκτείνεται είτε σε λίγα μόνο εκατοστά από τον πρωκτό (ορθίτιδα) είτε να προσβάλλει όλη την έκταση του παχέος εντέρου (πανκολίτιδα). Εμφανίζεται κυρίως σε δύο ηλικιακά φάσματα : α) στην 2η με 3η δεκαετία και κυρίως μεταξύ 15 και 25 ετών και β) στην 5η και 6η δεκαετία και κυρίως μεταξύ 55 και 65 ετών.

Η ακριβής αιτιολογία των ΙΦΝΕ και ειδικά της ΕΚ δεν είναι γνωστή. Αυτό που είναι γνωστό, όμως, είναι ότι η ΕΚ σχετίζεται με μία σειρά από άλλα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως είναι η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η σκλήρυνση κατά πλάκας, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, η ψωρίαση, ο υποθυρεοειδισμός αλλά και ο σακχαρώδης διαβήτης (ΣΔ).  Μεταξύ αυτών, ο ΣΔ αποτελεί το συχνότερο νόσημα που σχετίζεται με την ΕΚ, γεγονός που έχει κλινική αλλά και θεραπευτική σημασία.

Τα συμπτώματα της ΕΚ

Συνήθως είναι κοιλιακό άλγος, διαρροϊκές κενώσεις με πρόσμιξη αίματος και βλέννης, αίσθημα έπειξης προς κένωση (επείγουσα ανάγκη για κένωση), καθώς και πυρετός. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να υπάρχουν για αρκετά μεγάλο διάστημα χωρίς να τίθεται η διάγνωση της νόσου. Από τον εργαστηριακό έλεγχο μπορεί να ανευρεθούν αυξημένοι οι δείκτες φλεγμονής, ενώ είναι πιθανό να υπάρχει και πτώση του αιματοκρίτη και του σιδήρου λόγω της απώλειας αίματος. Γι΄ αυτό σε κάθε περίπτωση χρειάζεται μία πλήρης και σωστή ιατρική εξέταση.

 

Η βαρύτητα της νόσου

Ποικίλλει και μπορεί να είναι ήπια (λιγότερες από 4 διαρροϊκές κενώσεις ανά ημέρα χωρίς αίμα), μέτρια (περισσότερες από 4 αλλά λιγότερες από 6 διαρροϊκές κενώσεις ανά ημέρα) ή βαριά (περισσότερες από 7 διαρροϊκές κενώσεις ανά ημέρα με μεγάλη απώλεια αίματος, καθώς και παρουσία συστηματικών συμπτωμάτων, όπως πυρετός). Αναλόγως της βαρύτητας χορηγούνται οι κατάλληλες θεραπείες.

Ο ΣΔ δεν προσβάλλει μόνο το έντερο

Η ΕΚ όμως, όπως και ο ΣΔ, δεν προσβάλλει μόνο το έντερο, αλλά προκαλεί διάφορες επιπλοκές από άλλα συστήματα του ανθρώπινου οργανισμού.  Οι πιο συχνές και κοινές τους επιπλοκές είναι η λιπώδης διήθηση (στεάτωση) του ήπατος, η οστεοπόρωση, τα θρομβωτικά επεισόδια, οι λοιμώξεις, ο σχηματισμός χολολίθων στη χοληδόχο κύστη και η πολυνευροπάθεια. Γι΄ αυτό σε ασθενείς με ΕΚ και ταυτόχρονα ΣΔ, υπάρχει πολύ αυξημένος κίνδυνος για τις ανωτέρω επιπλοκές και χρειάζεται ιδιαίτερη επαγρύπνηση και έγκαιρη αντιμετώπισή τους,  όταν παρουσιαστούν.

Οι διαθέσιμες φαρμακευτικές θεραπείες για την ΕΚ είναι :

α) τα αμινοσαλικυλικά, β) τα κορτικοστεροειδή, δηλαδή η κορτιζόνη, γ) τα ανοσοτροποποιητικά, όπως η αζαθειοπρίνη και η 6-μερκαπτοπουρίνη και δ) οι βιολογικοί παράγοντες, όπως η ινφλιξιμάμπη, η ανταλιμπουμάμπη και η γκολιμουμάμπη. Σε αποτυχία όλων των ανωτέρω και ως έσχατη λύση υπάρχει η χειρουργική θεραπεία.

Οι οδοί χορήγησης των ανωτέρω φαρμάκων είναι είτε από το στόμα, είτε από το ορθό σε μορφή υποκλυσμού (κλύσμα), είτε υποδορίως, είτε τέλος ενδοφλεβίως, δηλ. με χορήγηση στη φλέβα. Τα κορτικοστεροειδή χορηγούνται από το στόμα, ενδοφλεβίως και σε ειδικές περιπτώσεις μπορούν να χορηγηθούν και από τον ορθό. Από τους βιολογικούς παράγοντες, η ινφλιξιμάμπη χορηγείται ενδοφλεβίως, ενώ η ανταλιμουμάμπη υποδορίως. Τα αμινοσαλικυλικά χορηγούνται τόσο από το στόμα όσο και από τνο ορθό με υποκλυσμό, ενώ, τέλος, τα ανοσοτροποποιητικά φάρμακα χορηγούνται μόνο από το στόμα.

Από τα παραπάνω φάρμακα, συνήθως τα αμινοσαλικυλικά χορηγούνται σε ήπιες περιπτώσεις, τα ανοσοτροποποιητικά σε βαρύτερες και τέλος, οι βιολογικοί παράγοντες σε όσους ασθενείς δεν έχουν ανταποκριθεί στις προηγούμενες θεραπείες.

Για τα αμινοσαλικυλικά και τα ανοσοτροποποιητικά φάρμακα δεν υπάρχουν μελέτες που να αποδεικνύουν ότι προκαλούν διαταραχή στα επίπεδα σακχάρου του αίματος. Τα κορτικοστεροειδή δίνονται όταν ο ασθενής βρίσκεται σε φάση έξαρσης της νόσου αλλά δεν μπορούν να χορηγηθούν για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν. Όμως, όπως είναι γνωστό, η κορτιζόνη επηρεάζει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, απορρυθμίζοντας έτσι άτομα που πάσχουν από ΣΔ. Ιδιαίτερο κίνδυνο για απορρύθμιση του σακχάρου εμφανίζουν τα παχύσαρκα άτομα, οι γυναίκες που είχαν εμφανίσει ΣΔ κατά την κύηση, τα άτομα μεγάλης ηλικίας, όσοι έχουν οικογενειακό ιστορικό ΣΔ και φυσικά, όσοι λαμβάνουν πολύ μεγάλες δόσεις κορτικοστεροειδών ή για πολύ παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Ακριβώς για αυτό το λόγο σε ασθενείς που πάσχουν ήδη από ΣΔ ή ανήκουν στις προηγούμενες κατηγορίες και χρήζουν αγωγής με κορτιζόνη λόγω της ΕΚ, απαιτείται πολύ στενή παρακολούθηση του σακχάρου, καλή ενυδάτωση αλλά και έγκαιρη χρήση άλλων θεραπειών που δεν επηρεάζουν τόσο ισχυρά τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα.

Σε ασθενείς με έξαρση βαριάς ΕΚ και απορρύθμιση του σακχάρου. Υπάρχει δυνατότητα διακοπής των κορτικοστεροειδών και χρήση βιολογικών φαρμάκων, όπως η ινφλιξιμάμπη. Από τα μέχρι στιγμής δεδομένα δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια συσχέτιση αυτών των φαρμάκων με τα επίπεδα σακχάρου του αίματος. Αντιθέτως, όμως, οι βιολογικοί παράγοντες και τα ανοσοτροποποιητικά φάρμακα αυξάνουν τον κίνδυνο λοιμώξεων σε μακροχρόνια χορήγηση και ο κίνδυνος αυτός αυξάνει ιδιαίτερα σε άτομα που πάσχουν ήδη από ΣΔ.  Γι΄ αυτό το λόγο η χρήση τους πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή και από πολύ εξειδικευμένους ιατρούς στο θέμα των ΙΦΝΕ.

Τέλος, για τους ασθενείς που καμία φαρμακευτική θεραπεία δεν είναι επιτυχής, υπάρχει η λύση της χειρουργικής αφαίρεσης του παχέος εντέρου. Και σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να υπάρχει πολύ καλή ρύθμιση των επιπέδων του σακχάρου του αίματος, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος μετεγχειρητικών επιπλοκών, ενώ είναι επιθυμητό ο ασθενής να μην έχει λάβει ή να λαμβάνει την ελάχιστη δόση κορτιζόνης πριν το χειρουργείο.

Συμπερασματικά η ΕΚ σε άτομα με ΣΔ απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και αντιμετώπιση από εξειδικευμένους ιατρούς, τόσο για τη σωστή ρύθμιση της αγωγής της ΕΚ, τη διατήρηση του σακχάρου στα επιθυμητά επίπεδα, αλλά και τη σωστή πρόληψη και αντιμετώπιση των κοινών επιπλοκών των 2 νοσημάτων.