Διαχείριση του διαβήτη μετά τη νοσηλεία

48

Οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη αποτελούν μια ευαίσθητη ομάδα και διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο σε σχέση με το γενικό πληθυσμό όχι μόνο να αρρωστήσουν, αλλά και να νοσηλευτούν.

Αυτό συμβαίνει, γιατί ορισμένες λοιμώξεις εμφανίζονται σε αυτούς συχνότερα και έχουν βαρύτερη πορεία και πρόγνωση, με αποτέλεσμα να κρίνεται συχνά αναγκαία η εισαγωγή τους στο νοσοκομείο.

Ωστόσο, οι διαβητικοί που έχουν νοσηλευτεί, ακόμη και μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο χρειάζονται αυξημένη φροντίδα. Πριν ακόμα από το εξιτήριο, είναι απαραίτητη η ενημέρωση του ασθενούς ή του περιβάλλοντος που τον φροντίζει για πιθανές τροποποιήσεις στη φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνει, καθώς και για πιθανή ημερομηνία επανεξέτασης από τους θεράποντες ιατρούς. Εκτός, όμως, από τις αλλαγές στην αντιδιαβητική αγωγή, σημαντικές είναι και οι αλλαγές στην υπόλοιπη θεραπεία του ασθενούς, καθώς η χορήγηση κάποιων φαρμάκων, όπως της κορτιζόνης, μπορεί να οδηγήσει σε υπεργλυκαιμία, ενώ στη συνέχεια η διακοπή τους μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες υπογλυκαιμίες, αν δεν γίνει ταυτόχρονα μείωση της αντιδιαβητικής αγωγής.

Σημαντική, επίσης, είναι η ενημέρωση για την εμφάνιση ή την επιδείνωση διαβητικών επιπλοκών κατά τη διάρκεια της νοσηλείας. Αν για παράδειγμα, ο ασθενής έχει παρουσιάσει νεφρική ανεπάρκεια, θα πρέπει να εξηγηθεί αναλυτικά ποια συμπτώματα ή σημεία θα πρέπει να προκαλέσουν ανησυχία και να οδηγήσουν τον ασθενή σε επανεξέταση (π.χ. τα πολύ λίγα ούρα), αλλά και ποια φάρμακα θα πρέπει να διακοπούν.

Πριν ακόμα την επιστροφή στο σπίτι θα πρέπει να εξασφαλιστεί ότι ο ασθενής έχει όλα τα απαραίτητα φάρμακα και τον εξοπλισμό που χρειάζεται (σακχαρόμετρο, ταινίες) για τον αυτοέλεγχο του σακχάρου. Η έξοδος από το νοσοκομείο δε σημαίνει το τέλος της παρακολούθησης. Τα οξέα νοσήματα για τα οποία νοσηλεύονται οι ασθενείς, συνήθως απορρυθμίζουν το διαβήτη με αποτέλεσμα υψηλότερες τιμές σακχάρου. Επιπλέον, η ανορεξία που συχνά τα συνοδεύει, κάνει τους ασθενείς επιρρεπείς σε υπογλυκαιμίες, κυρίως αν λαμβάνουν σουλφονυλουρίες ή ενέσεις ινσουλίνης.

Απαραίτητος, επομένως, είναι ο συχνός αυτοέλεγχος του σακχάρου με αρχικό στόχο την αποφυγή υπογλυκαιμίας και στη συνέχεια την αποφυγή σημαντικής υπεργλυκαιμίας (με τιμές σακχάρου μεγαλύτερες από 200 mg/dl). Στην πρώτη περίπτωση, ο ασθενής θα πρέπει να λάβει υδατάνθρακες (τροφή ή χυμούς), ενώ στη δεύτερη περίπτωση ίσως χρειαστεί αύξηση της αντιδιαβητικής αγωγής, έναρξη θεραπείας με ινσουλίνη ή αύξηση της δοσολογίας –αν είναι ήδη σε θεραπεία με ινσουλίνη.

Ειδικότερα, τα άτομα με ΣΔ τύπου 1, τις ημέρες μετά τη νοσηλεία, θα πρέπει να ελέγχουν κατά τακτά χρονικά διαστήματα εκτός από τη γλυκόζη του αίματος και τις κετόνες και να έχουν οδηγίες για το πώς θα διαχειριστούν μια ήπια αύξηση των επιπέδων τους (π.χ. με επιπλέον μονάδες ινσουλίνης και λήψη άφθονων υγρών).

Ο θεράπων ιατρός θα πρέπει να ενημερώνεται για την κατάσταση του ασθενούς μετά τη νοσηλεία και ανάλογα να προγραμματίζεται ο επόμενος επανέλεγχος.

Κύριος στόχος του ατόμου με διαβήτη μετά την έξοδο από το νοσοκομείο, θα πρέπει ωστόσο να είναι η αποφυγή μιας επόμενης νοσηλείας. Σημαντική είναι, λοιπόν, η επανεκπαίδευση των ατόμων με διαβήτη στον τρόπο διαχείρισης των δύσκολων ημερών με σαφείς οδηγίες, όπως για παράδειγμα τη διακοπή συγκεκριμένων φαρμάκων (π.χ. της μετφορμίνης) σε περίπτωση πολλαπλών εμέτων ή αφυδάτωσης.