Σακχαρώδης Διαβήτης, Κατάθλιψη & Άνοια – H διαπλεκόμενη τριάδα

1874

Διαβήτης & Κατάθλιψη

Τα διαβητικά άτομα κατά τη διάγνωση του διαβήτη σχεδόν πάντα καταλαμβάνονται από θυμό γιατί έτυχε να εμφανίσουν διαβήτη και απαιτείται να τροποποιηθεί η καθημερινότητά τους, παρουσιάζουν άρνηση στο να αποδεχτούν ότι είναι πλέον διαγνωσμένοι διαβητικοί, αναπτύσσουν φοβίες για την τυχόν εμφάνιση των οξέων επιπλοκών, αλλά ακόμα και φοβικό σύνδρομο για τη μακροχρόνια εξέλιξη του διαβήτη τους, γνωρίζοντας το μεγάλο φορτίο των χρόνιων επιπλοκών που ελλοχεύουν.

Έτσι, συχνά οδηγούνται σε κατάθλιψη. Η βαρύτητα του συναισθήματος ποικίλλει από απλή ευερεθιστότητα μέχρι την παρουσία βαρείας συνδρομής, με αποτέλεσμα οι επιστήμονες υγείας της διαβητολογικής ομάδας συχνά να παραβλέπουν ή να υποεκτιμούν το παθολογικό ψυχολογικό υπόβαθρο του ασθενούς.

Οι ποικίλες θεραπείες με τις απαγορεύσεις αλλά και η παρουσία μιας χρόνιας επιπλοκής, όπως για παράδειγμα η μειωμένη ορατότητα, θα επιδεινώσουν μια προϋπάρχουσα διαταραχή του συναισθήματος.

Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλή συμμόρφωση στις προτεινόμενες για την αντιμετώπιση του διαβήτη ειδικές υγειινοδιαιτητικές συνθήκες. Η κατάθλιψη οδηγεί σε διατροφή με πρότυπα ανταμοιβής και σε κατανάλωση τροφίμων υψηλού γλυκαιμικού δείκτη που επιβαρύνουν τον μεταβολισμό.

Διαβήτης & Άνοια

Η παρουσία του διαβήτη συνδέεται άμεσα με τον κίνδυνο εμφάνισης άνοιας και άλλων νευροεκφυλιστικών νόσων. Είναι γνωστό, ότι ο τύπου 2 σακχαρώδης διαβήτης ενέχει αυξημένο κίνδυνο (έως και 60%) να οδηγήσει σε ανοϊκή συνδρομή αγγειακής ή και μη αιτιολογίας.

Είκοσι χρόνια μετά τη διάγνωση του διαβήτη τύπου 2, ο κίνδυνο εμφάνισης συμπτωμάτων άνοιας είναι κατά 2,5 φορές μεγαλύτερος στο άτομο με διαβήτη τύπου 2, σε σχέση με εκείνον που δεν έχει διαβήτη, ενώ για τον τύπου 1 ο κίνδυνος είναι 1,8 φορές υψηλότερος στα 30 χρόνια από τη διάγνωση.

Ο αρρύθμιστος διαβήτης, οι μεγάλες ημερήσιες διακυμάνσεις των επιπέδων γλυκόζης και οι συχνές υπογλυκαιμίες φαίνεται να αυξάνουν ακόμη περισσότερο τον σχετικό κίνδυνο.

Επιπλέον, όλες οι μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες έχουν επισημάνει ότι η αύξηση των ποσοστών του διαβήτη ακολουθείται και από ανάλογη αύξηση των περιπτώσεων νόσου Alzheimer. Η νόσος του Alzheimer έχει σαν βασικό παθοφυσιολογικό μηχανισμό την παρουσία ινσουλινοαντίστασης στα νευρικά κύτταρα του εγκεφάλου που είναι ανάλογη εκείνης του τύπου 2 διαβήτη.

Η εμφάνισή της νόσου Alzheimer δημιουργεί προβλήματα στον διαβητικό που αρχικά εκφράζονται με διαταραχές μνήμης, δυσκολίες στην εκπαίδευσή του, έλλειψη της προσοχής του και προβλήματα τόσο στη νοητική του ευελιξία όσο και στην εκτελεστική του ικανότητα. Προκαλεί, όμως, και πρακτικά ζητήματα σε σχέση με τη ρύθμιση και τη συμμόρφωση στη θεραπεία: Οδηγεί σε προβλήματα υπολογισμού της σωστής ινσουλινικής δόσης, ο ασθενής δεν μπορεί να προσδιορίσει την επίδραση της φυσικής δραστηριότητας στη γλυκαιμία και αδυνατεί να αντιληφθεί τα πρώιμα σημεία μιας υπογλυκαιμίας, ώστε να την αντιμετωπίσει έγκαιρα.

Η συχνότητα του διαβήτη αυξάνεται με την ηλικία, η αγγειακή νόσος του εγκεφάλου αυξάνεται με την ηλικία λόγω αθηρωμάτωσης, τα ανοϊκά σύνδρομα και η νόσος Alzheimer αυξάνονται με την ηλικία, η παρουσία κατάθλιψης αυξάνεται με την ηλικία και όλα μαζί δυσχεραίνουν την ορθή αντιμετώπιση του διαβήτη που επιτείνει το βαθμό της καταθλιπτικής συνδρομής. Οπότε η κατάθλιψη, η άνοια και ο διαβήτης αποτελούν μία διαπλεκόμενη τριάδα με δυσμενείς επιπτώσεις για την υγεία.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Αποτελεί πλέον αδιαμφισβήτητη αναγκαιότητα η διερεύνηση του ψυχισμού ενός διαβητικού για την έγκαιρη παραπομπή του στον ειδικό.

Οι διαβητικοί με σοβαρές ψυχικές διαταραχές, με ορατά καταθλιπτικά σημεία, με αγχώδεις συνδρομές και φοβίες για τυχόν υπογλυκαιμίες, με διαταραχές αντίληψης, συχνές εισαγωγές σε νοσοκομείο και με παραλείψεις στην ορθή λήψη της θεραπείας, είναι απαραίτητο να παραπέμπονται για ψυχιατρική εκτίμηση και αντιμετώπιση.