Εντερικό μικροβίωμα – Ο δεύτερος εγκέφαλος

282

Στη ζωή μας δεν είμαστε μόνοι. Είμαστε ξενιστές και στο έντερο μας φιλοξενούμε 100 τρισεκατομμύρια μικροοργανισμούς, αριθμό 10 φορές μεγαλύτερος των δικών μας κυττάρων. Οι μικροοργανισμοί αυτοί αποτελούν το εντερικό μικροβίωμα, γνωστό και ως «εντερική χλωρίδα».

Οι περισσότεροι φιλοξενούνται στο παχύ έντερο, ενώ ανευρίσκονται ακόμη στο λεπτό έντερο, το στομάχι και τη στοματική κοιλότητα. Όταν γεννιόμαστε, το έντερό μας δεν έχει καθόλου μικροοργανισμούς.

Κατά τη διάρκεια του τοκετού και ανάλογα με το αν αυτός θα είναι φυσιολογικός ή με καισαρική τομή, γίνεται ο πρώτος αποικισμός, στην πρώτη περίπτωση με «ευνοϊκούς» μικροοργανισμούς του κόλπου, στη δεύτερη με «δυσμενείς» του δέρματος.

Ανάλογα, επίσης, με το αν το παιδί θηλάσει ή όχι, αν πάρει αντιβιώσεις ή αν η μητέρα εκτεθεί σε παρόμοιες επιδράσεις, θα αναπτυχθεί και το ανάλογο εντερικό μικροβίωμα.

Η ανάπτυξη του μικροβιώματος ολοκληρώνεται μέχρι το 3ο έτος της ζωής.  Έχει σημασία να υπάρχει μεγάλη ποικιλία και μεγάλος αριθμός «ευνοϊκών» βακτηριδίων, π.χ. Bacteroidets, λακτοβάκιλλoι, bifidobacteria σε σχέση με «δυσμενή» όπως π.χ. Firmicutes,  καμπυλοβακτηρίδια,  clostridium difficile, enterococcus faecalis.  To μικροβίωμα εξαρτάται από τη διατροφή, την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, τη λήψη αντιβίωσης και η σύνθεσή του είναι δυναμική και όχι στατική.

Το ευνοϊκό μικροβίωμα (συμβίωση) αποτελεί τον οικολογικό φραγμό του εντέρου. Παράγει, επίσης, βιταμίνες και συμβάλλει στο μεταβολισμό των μετάλλων. Το δυσμενές μικροβίωμα (δυσβίωση), προερχόμενο κυρίως από διατροφή πλούσια σε κορεσμένα λιπαρά και απλούς υδατάνθρακες, συμβάλλει στην εμφάνιση και εξέλιξη πολλών ασθενειών, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 και 2, η παχυσαρκία, το λιπώδες ήπαρ, τα φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου, νευρολογικές παθήσεις, όπως η νόσος Alzheimer και η Πολλαπλή Σκλήρυνση, άλλα αυτοάνοσα νοσήματα, νεοπλασίες, άσθμα, καρδιαγγειακές παθήσεις και ο κατάλογος αυξάνει καθημερινά.

Το έντερο θεωρείται ο δεύτερος εγκέφαλός μας, γιατί υπάρχει αμφίδρομη επικοινωνία μεταξύ του εγκεφάλου και του εντερικού μικροβιώματος. Το μικροβίωμα τροποποιεί την εγκεφαλική λειτουργία και συμπεριφορά.  Aντίστροφα, ο εγκέφαλος, με τους νευροδιαβιβαστές που εκκρίνει μπορεί να τροποποιεί το μικροβίωμα.

Οι μηχανισμοί με τους οποίους η διαταραχή του εντερικού μικροβιώματος συμβάλλει στην πρόκληση των ασθενειών που προαναφέρθηκαν δεν έχει ακόμη διευκρινισθεί πλήρως, φαίνεται όμως ότι αυξάνεται η διαπερατότητα του εντερικού βλεννογόνου στις ενδοτοξίνες και αυξάνονται η σύνθεση λίπους και γλυκογόνου. Έτσι, αυξάνονται η χαμηλού βαθμού φλεγμονή, το οξειδωτικό στρες, η αυτοανοσία και η ινσουλινοαντίσταση και οδηγούμαστε στην παχυσαρκία.

Οι παράγοντες αυτοί, όπως είναι γνωστό, αυξάνουν τον κίνδυνο για διαβήτη τύπου 1 και 2, καθώς και καρδιαγγειακά νοσήματα.  Ένα σημαντικό ποσοστό περιπτώσεων παχυσαρκίας θεωρείται ότι προκαλείται από παθολογικό εντερικό μικροβίωμα. Άτομα με σακχαρώδη διαβήτη, παχυσαρκία και μεταβολικό σύνδρομο έχει βρεθεί ότι έχουν ελαττωμένο αριθμό και μειωμένη γονιδιακή ποικιλομορφία των στελεχών του εντερικού τους μικροβιώματος.

Αντίθετα, ένα ευνοϊκό μικροβίωμα οδηγεί μέσω διάσπασης των μη απορροφήσιμων φυτικών ινών σε αυξημένη παραγωγή βουτυρικού οξέος και άλλων λιπαρών οξέων βραχείας αλύσου, που δρουν ευνοϊκά τοπικά στο έντερο και στο μεταβολισμό, μειώνοντας την ινσουλινοαντίσταση, αυξάνοντας την παραγωγή ινσουλίνης και την πρόληψη γλυκόζης από τα κύτταρα και μειώνοντας τη σύνθεση λίπους (μείωση βάρους).

Η επιδημία της παχυσαρκίας, του διαβήτη και των αυτοάνοσων νοσημάτων που παρατηρείται τις τελευταίες δεκαετίες, σχετίζεται και με την επελθούσα μεταβολή του εντερικού μικροβιώματος. Οι διαταραχές του μικροβιώματος έχουν ενοχοποιηθεί και για την εμφάνιση διαβήτη κύησης.

Η αντιδιαβητική θεραπεία είναι δυνατόν να μεταβάλει το εντερικό μικροβίωμα. Κλασικό παράδειγμα αποτελεί η μετφορμίνη, η κύρια δράση της οποίας φαίνεται ότι ασκείται στο έντερο. Το φάρμακο αυξάνει μεταξύ των άλλων την παραγωγή της Akkermansia Municiphilla και του Lactobacillus, μικροοργανισμών που αυξάνουν την παραγωγή βλέννης από τα εντεροκύτταρα, διατηρώντας το πάχος του εντερικού βλεννογόνου και μειώνοντας τη διαπερατότητά του και την ενδοτοξιναιμία.  Έτσι, οδηγούμαστε σε βελτιωμένη μεταβολική δράση.  Λόγω της δράσης του φαρμάκου στο έντερο εξηγούνται και οι ανεπιθύμητες ενέργειές του (διάρροια και εντερική δυσανεξία) στο 15-20% των ατόμων που το λαμβάνουν.

Προβιοτικά και πρεβιοτικά

Η διόρθωση του παθολογικού εντερικού μικροβιώματος μπορεί να γίνει με χορήγηση προβιοτικών ή πρεβιοτικών. Τα προβιοτικά είναι «ζώντες» μικροοργανισμοί, οι οποίοι λαμβανόμενοι σε επαρκείς ποσότητες από του στόματος, προσφέρουν προστασία στον ξενιστή. Τροφές πλούσιες σε προβιοτικά είναι το γιαούρτι, το κεφίρ και τα τυριά (ζυμωμένα προϊόντα του γάλακτος).

Στην αγορά κυκλοφορούν επίσης πολλά σκευάσματα προβιοτικών, τα οποία διαφέρουν στην ποσότητα και το είδος των μικροοργανισμών που περιέχουν. Πολλές ευνοϊκές για τον οργανισμό δράσεις έχουν αποδοθεί στη χρήση προβιοτικών, αλλά δεν έχουν όλες τεκμηριωθεί επαρκώς.

Πρεβιοτικά ονομάζονται διάφορα συστατικά διατροφής, τα οποία υφιστάμενα ζύμωση βελτιώνουν τη σύσταση και δράση του εντερικού μικροβιώματος και κατά συνέπεια την υγεία και ευεξία του ξενιστή. Προσφέρουν έτσι δράσεις πέραν αυτών της συνήθους διατροφής. Πρεβιοτικά με αποδεδειγμένη δράση είναι κυρίως οι ολιγοσακχαρίτες, η ινουλίνη, το συζευγμένο λινολεϊκό και άλλα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα και οι φυτικές ίνες που υφίστανται ζύμωση. Περιέχονται στο μητρικό γάλα (η πιο πλούσια πηγή), στα φρούτα, στα κηπευτικά, στα σκόρδα, στα κρεμμύδια, στα σιτηρά, στη σόγια, στο μέλι, στα καρύδια και στο γάλα. Τα πρεβιοτικά έχουν αναμφισβήτητη ευνοϊκή δράση και στο διαβήτη τύπου 1 και το διαβήτη τύπου 2, μέσω πολλαπλών μηχανισμών.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε, ότι το εντερικό μικροβίωμα παίζει σημαντικό ρόλο στην υγεία και την ασθένεια του ατόμου. Η κακή διατροφή και πολλοί άλλοι παράγοντες επηρεάζουν το εντερικό μικροβίωμα, η σύσταση του οποίου σχετίζεται με την παχυσαρκία και όλους τους τύπους σακχαρώδους διαβήτη (τύπου 1, τύπου 2, κύησης).

Η σωστή διατροφή, με την αποφυγή των απλών υδατανθράκων και των κεκορεσμένων λιπών και τη λήψη προβιοτικών και πρεβιοτικών, μπορεί μέσω της τροποποίησης του εντερικού μικροβιώματος να προλάβει και να βελτιώσει τη ρύθμιση όλων των τύπων του διαβήτη και να οδηγήσει σε απόκτηση και διατήρηση σωστού σωματικού βάρους, μειώνοντας παράλληλα τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων και καρκίνου.