Πως ξεχωρίζουμε την συναισθηματική πείνα από την βιολογική;

56

Είτε είναι κάποιος διαβητικός είτε όχι, καλό είναι να γνωρίζει τους ψυχολογικούς μηχανισμούς που μπορεί να τον οδηγήσουν στο να τρώει ακατάλληλες τροφές σε ακατάλληλες στιγμές! Με την γνώση αυτή, ιδιαίτερα ο διαβητικός, μπορεί να γίνει πιο προσεκτικός και πιο συνειδητός απέναντι στην τροφή του!

Συναισθηματική υπερφαγία

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ:
-Γιατί αποτυγχάνουν καθημερινά εκατομμύρια άτομα στο να διατηρήσουν ένα πρόγραμμα διατροφής με στόχο την απώλεια βάρους;
-Γιατί οι δυσμενείς συνέπειες του περιττού βάρους, όπως η μειωμένη διάθεση, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η αρνητική εικόνα του εαυτού, η κοινωνική απόσυρση, δεν οδηγούν το υπέρβαρο άτομο στην αντιμετώπιση του προβλήματος;
-Γιατί ένα μεγάλο ποσοστό ατόμων μετά από την απώλεια βάρους ξαναπαίρνει τα κιλά που έχασε;
-Γιατί καταφεύγουμε στο φαγητό ως απάντηση σε μια δυσάρεστη συναισθηματική κατάσταση;

Τα παραπάνω ερωτήματα απασχολούν την επιστημονική κοινότητα που ερευνά τις αιτίες της παχυσαρκίας, καθώς και τους τρόπους αντιμετώπισής της. Για την προσέγγισή τους πρέπει να ξεκινήσουμε από ένα βασικό γεγονός:

Η πρόσληψη τροφής για τον άνθρωπο δεν έχει μόνο βιολογική αλλά και ψυχική αξία.
Ο άνθρωπος γεννιέται με την λεγόμενη ενστικτώδη ή ενδογενή ρυθμιζόμενη κατανάλωση τροφής που εξυπηρετεί ταυτόχρονα δύο σκοπούς: Έναν βιολογικό, να συντηρηθεί ο οργανισμός παίρνοντας την αναγκαία καύσιμη ύλη και έναν ψυχικό, να εισπράξει ευχαρίστηση. Όταν γεννιέται το μωρό, αυτές οι δυο ανάγκες βρίσκονται συνήθως σε μια τέλεια ισορροπία. Το βρέφος τρώει μόνο όταν πεινάει, σταματάει να τρώει μόλις  ικανοποιηθεί η βιολογική του πείνα, νιώθει ικανοποίηση, ασφάλεια και βιώνει μια ευχάριστη συναισθηματική κατάσταση. Όσο μεγαλώνει το παιδί, πολλοί γονείς άθελά τους, αποδυναμώνουν συστηματικά αυτό το φυσιολογικό αίσθημα του κορεσμού, πιέζοντας το παιδί να τρώει παρόλο που έχει χορτάσει, το ταΐζουν όταν βλέπει τηλεόραση ή όταν είναι απασχολημένο με μια ευχάριστη δραστηριότητα ( παιγνίδι ). Συμβαίνει επίσης συχνά, οι γονείς για την αποφυγή μιας δυσάρεστης συναισθηματικής κατάστασης να προσφέρουν ελκυστική τροφή (σοκολάτα, μπισκότα κλπ).

Αυτοί οι συνδυασμοί γίνονται μέσω της διαδικασίας της μάθησης και της γενίκευσης «σχήματα» στην ενήλικη ζωή και η τροφή λειτουργεί όλο και περισσότερο ως ‘υποκατάστατο’ για την προσωρινή ικανοποίηση διάφορων αναγκών. Το φαγητό μέσω των διάφορων ουσιών που περιέχει, μπορεί πράγματι να «φτιάχνει» την διάθεσή μας. Τροφές όπως η ζάχαρη, η σοκολάτα, φαίνεται ότι επηρεάζουν τις εκκρίσεις ορμονών και νευροδιαβιβαστών στο σώμα μας που συνδέονται με συναισθήματα πληρότητας, ανακούφισης και ευφορίας.  Παρόλο που ενδεχομένως  αναγνωρίζει ο υπέρβαρος ενήλικας τους μηχανισμούς που τον οδηγούν στην υπερβολική λήψη τροφής, πολλές φορές είναι πέρα από τις δυνατότητές του να τους ξεπεράσει και καταλήγει στη συστηματική ‘συναισθηματική υπερφαγία’, η οποία αποτελεί μια ξεχωριστή κατηγορία στις λεγόμενες διατροφικές διαταραχές.

Η συναισθηματική υπερφαγία  χαρακτηρίζεται από ανίκητη ανάγκη για φαγητό, συνήθως για τροφές με χαμηλή διατροφική αξία,  ως αντίδραση σε δύσκολες ή δυσάρεστες ψυχολογικές καταστάσεις.

Κατά τη διάρκεια ενός τυπικού επεισοδίου υπερφαγίας τα άτομα έχουν έντονη την αίσθηση της απώλειας ελέγχου.

Καταναλώνουν με μεγάλη ταχύτητα μεγάλη ποσότητα παχυντικών τροφίμων. Σε αντίθεση, όμως με την ψυχογενή βουλιμία, το άτομο το οποίο παρουσιάζει συναισθηματική υπερφαγία δεν προκαλεί εμετούς για την αποβολή της τροφής.
Έτσι οδηγείται σταδιακά στην απώλεια της καλής φυσικής  κατάστασης  και στην απόκτηση  βάρους.

Ως αποτέλεσμα, το άτομο βιώνει συναισθήματα απογοήτευσης, ματαίωσης και μελαγχολίας αλλά και θυμού με την αδυναμία του. Χάνει την πίστη στον εαυτό του, μειώνεται η αυτοεκτίμησή του και στη συνέχεια  καταλήγει στην απελπισία η οποία οδηγεί ξανά στο φαύλο κύκλο της υπερκατανάλωσης. Αυτός ο φαύλος κύκλος με τον καιρό γίνεται τρόπος ζωής από τον οποίο το άτομο νιώθει ότι δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγει, αφού οι ενοχές το κάνουν να επαναλαμβάνει το ίδιο λάθος …

Χαρακτηριστικό φαινόμενο για τα άτομα που παρουσιάζουν συναισθηματική υπερφαγία είναι να βρίσκονται χρόνια σε κατάσταση δίαιτας η οποία διακόπτεται συνέχεια από επεισόδια υπερφαγίας με μοναδικό αποτέλεσμα να αυξάνεται το βάρος τους συνεχώς και να καταλήγουν όλο και περισσότερο στην απελπισία και στην απόγνωση.
Πώς μπορούμε να ξεχωρίσουμε τη συναισθηματική πείνα από την βιολογική πείνα;
Η συναισθηματική πείνα και η βιολογική πείνα διαφέρουν σε αρκετά σημεία:

Η συναισθηματική πείνα εμφανίζεται ξαφνικά. Τη μια στιγμή δε σκεφτόμαστε το φαγητό και την άλλη δεν μπορούμε να αντισταθούμε σε κάποια λιχουδιά. Οι επιθυμητές τροφές είναι συγκεκριμένες, συνήθως πλούσιες σε θερμίδες και λιπαρά, με μεγάλη ανάγκη άμεσης ικανοποίησης.

Εντοπίζεται στο μυαλό και ξεκινάει «πάνω στο λαιμό», στο στόμα (η γλώσσα θέλει να γευτεί κάτι συγκεκριμένο) και στο μυαλό (αντιμετώπιση συναισθηματικής κατάστασης). Η κατανάλωση τροφής συνεχίζεται πέρα από τον κορεσμό.

Συνδέεται άμεσα με ένα αρνητικό συναίσθημα ή μια κατάσταση που προκάλεσε αναστάτωση (διαπληκτισμός στη δουλειά,  συζυγικός καβγάς, ερωτική απογοήτευση κ.τ.λ.)

Μετά από την κατανάλωση φαγητού το άτομο κατακλύζεται από αισθήματα ενοχών και τύψεων.

Η βιολογική πείνα εμφανίζεται σταδιακά – το στομάχι γουργουρίζει και το σώμα στέλνει διάφορα μηνύματα ότι  χρειάζεται τροφή για να λειτουργήσει σωστά. Yπάρχουν μεν προτιμήσεις, όμως οι διατροφικές επιλογές είναι πολλαπλές και από όλες τις ομάδες τροφών.  Η βιολογική πείνα παρουσιάζει μεγαλύτερη δυνατότητα  αναμονής. Η κατανάλωση φαγητού σταματάει με την ικανοποίηση της πείνας.

Ξεκινάει από το στομάχι, το οποίο αισθανόμαστε άδειο. Προκύπτει ως φυσική ανάγκη και προέρχεται από το γεγονός ότι δεν έχουμε φάει κάτι για αρκετές ώρες.
Προσδίδει ικανοποίηση χωρίς ενοχές και τύψεις.

Η διατροφική διαταραχή της συναισθηματικής υπερφαγίας δεν πρέπει να υποτιμάται, ούτε να θεωρείται σαν προσωπική αδυναμία του ατόμου την οποία θα μπορούσε να ξεπεράσει απλώς και μόνο με τη δύναμη της θέλησής του, αλλά ως ασθένεια που χρήζει θεραπευτικής αντιμετώπισης.
Ένα πρόγραμμα απώλειας βάρους το οποίο στηρίζεται μόνο σε ένα διαιτολόγιο, τις περισσότερες φορές είναι καταδικασμένο να αποτύχει αν δεν ληφθούν υπ’ όψη οι ψυχολογικοί μηχανισμοί.