H επανάληψη μήτηρ πάσης μαθήσεως – Χρήσιμες πληροφορίες για την πρόληψη και την σωστή αντιμετώπιση του σακχαρώδη διαβήτη

49

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης αποτελεί μια αρκετά συχνή νόσο που αυξάνεται με γρήγορους ρυθμούς.

Είναι ένα νόσημα που χαρακτηρίζεται από αυξημένα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα (αυξημένο «σάκχαρο») αλλά χαρακτηρίζεται από αρκετές διαταραχές στον φυσιολογικό μεταβολισμό που έχουν ως αιτία την ανεπαρκή δράση της ινσουλίνης (που οφείλεται είτε στην έλλειψη της είτε στην αδυναμία δράσης της φαινόμενο γνωστό ως αντίσταση στην δράση της ινσουλίνης).

Στα αρχικά στάδια της νόσου δεν υπάρχουν συμπτώματα γεγονός που καθιστά την διάγνωση δύσκολη και δυνατή μόνο μέσα από την διαδικασία προληπτικού ελέγχου.

Τα συμπτώματα εμφανίζονται αργότερα, όταν τα επίπεδα της γλυκόζης υπερβούν το 200mg% οπότε και εμφανίζεται απώλεια γλυκόζης στα ούρα οδηγώντας σε πολυουρίαξηροστομία και πολυδιψία. Παράλληλα εμφανίζονται και γενικά συμπτώματα όπως εύκολη κόπωση κλπ.

Η ύπαρξη αυξημένων τιμών σακχάρου σχετίζεται με δημιουργία βλαβών στα μικρά και στα μεγάλα αγγεία του σώματος που μακροπρόθεσμα οδηγούν σε επιπλοκές (πχ καρδιακά επεισόδια, αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, περιφερική αγγειοπάθεια, βλάβη των νεφρών, προσβολή των αγγείων στα μάτια που οδηγεί σε μείωση της όρασης ακόμα και σε τύφλωση κλπ). Συχνά όταν γίνεται η διάγνωση της νόσου υπάρχουν ήδη εγκατεστημένες επιπλοκές γεγονός που υποδηλώνει καθυστερημένη διάγνωση (από μελέτες φαίνεται ότι το διάστημα από την άνοδο του σακχάρου στο αίμα μέχρι την στιγμή της διάγνωσης φτάνει και τα 6 χρόνια).  Γι’ αυτό τον λόγο η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση της νόσου είναι πολύ σημαντική.

Ο τακτικός έλεγχος για τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα βοηθά στην έγκαιρη διάγνωση της νόσου. Η πρόληψη όμως αφορά στην υιοθέτηση αλλαγών στον τρόπο ζωής που μειώνουν  τον κίνδυνο εμφάνισης σε ομάδες υψηλού κινδύνου όπως είναι οι παχύσαρκοι και τα άτομα με οικογενειακό ιστορικό. Η απώλεια σωματικού βάρους (5-7% του αρχικού σωματικού βάρους) με σωστή διατροφή και η σωματική δραστηριότητα (30 λεπτά άσκηση ημερησίως) αποτελούν τον μοναδικό τρόπο πρόληψης και αναχαίτισης της επιδημίας του διαβήτη που χαρακτηρίζει τον αιώνα μας.

Η διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη γίνεται με τρεις τρόπους : Η μέτρηση του σακχάρου στο αίμα το πρωί, μετά από 8 ώρες χωρίς φαγητό, αποτελεί τον πιο εύκολο και συχνά χρησιμοποιούμενο τρόπο. Αν τα επίπεδα γλυκόζης (σακχάρου) είναι >126 mg% το άτομο χαρακτηρίζεται ως διαβητικό. (Πάντα πρέπει να επιβεβαιώνεται με μια 2η μέτρηση). Από 100 έως 126 mg% οι τιμές δεν είναι διαγνωστικές αλλά ούτε απόλυτα φυσιολογικές. (Τα άτομα αυτά λέμε ότι έχουν διαταραγμένη γλυκόζη νηστείας και ανήκουν στα άτομα με προδιαβήτη. Τα άτομα αυτά χρειάζονται άμεση εντατικοποίηση της προσπάθειας αλλαγής του τρόπου ζωής και πιο συχνή παρακολούθηση. Συχνά στα άτομα αυτά, ειδικά αν τα άτομα αυτά είναι παχύσαρκα ή έχουν οικογενειακό ιστορικό διαβήτη προτείνουμε την διενέργεια φόρτισης με γλυκόζη.

Η φόρτιση με γλυκόζη αποτελεί τον 2ο τρόπο διάγνωσης του διαβήτη. Το εξεταζόμενο άτομο λαμβάνει 75 γραμμάρια γλυκόζης (διαλυμένα σε επαρκή ποσότητα νερού) και εξετάζεται 2 ώρες μετά. Αν τα επίπεδα της γλυκόζης 2 ώρες μετά την λήψη της γλυκόζης είναι >200mg% τίθεται η διάγνωση του ΣΔ. (Πάλι χρειάζεται επιβεβαίωση με 2η εξέταση). Αν η τιμή στις 2 ώρες μετά την λήψη γλυκόζης είναι από 140 έως 200 mg% το άτομο χαρακτηρίζεται ως άτομο με διαταραγμένη ανοχή στην γλυκόζη που ανήκει και αυτό στα άτομα με προδιαβήτη.

Τέλος, εδώ και λίγο καιρό έχει προταθεί από Αμερικανούς επιστήμονες της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας η διάγνωση της νόσου με την μέτρηση της HbA1c (γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης : αποτελεί δείκτη των μέσων επιπέδων γλυκόζης τους τελευταίους 2 με 2.5 μήνες). Η εύρεση τιμής > 6.5% θέτει την διάγνωση της νόσου.

Σημειώνεται ότι η διάγνωση δεν μπορεί να γίνει με τους μετρητές αυτοελέγχου σακχάρου που χρησιμοποιούν τα άτομα που γνωρίζουν ήδη ότι έχουν διαβήτη.

 

Πότε ελέγχουμε τα επίπεδα σακχάρου σε ένα ασυμπτωματικό ενήλικο;

Όταν είναι υπέρβαρος ή παχύσαρκος και έχει τουλάχιστον ένα ακόμα χαρακτηριστικό από αυτά που ακολουθούν:

1.Σωματική αδράνεια (έλλειψη σωματικής δραστηριότητας)

2.Οικογενειακό ιστορικό (1ου βαθμού συγγενής με ΣΔ)

3.Αυξημένα επίπεδα πίεσης (>140/90

4.Μειωμένα επίπεδα χοληστερόλης (<35 %)  ή αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων (>250 %).

5.Ιστορικό διαβήτη κυήσεως (σε γυναίκες).

6.Ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου

7.Ιστορικό πολυκυστικών ωοθηκών.

8.Ιστορικό γέννας παιδιού με βάρος γέννησης >4.5 κιλά (στις γυναίκες).

9.Ιστορικό προδιαβήτη σε προηγούμενη εξέταση,

Τα άτομα αυτά ελέγχονται μια φορά τον χρόνο.

Άτομα με φυσιολογικό βάρος χωρίς κανένα από  τα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν πρέπει να ελεγχθούν στα 45 τους χρόνια και αν οι τιμές είναι φυσιολογικές μετά από 3 χρόνια.

Στα παιδιά και στους εφήβους εμφανίζεται δυστυχώς ο διαβήτης τύπου 2 με αυξανόμενο ρυθμό τα τελευταία χρόνια. Σε απιδιά και εφήβους ασυμπτωματικούς ελέγχουμε το σάκχαρο αίματος κάθε 3 χρόνια τουλάχιστον όταν το παιδί ή ο έφηβος είναι  υπέρβαρος  (πάνω από την 85η εκατοστιαία θέση για το φύλο και την ηλικία του) και παράλληλα δυο ακόμα χαρακτηριστικών από τα πιο κάτω :

1. Οικογενειακό ιστορικό (1ου βαθμού συγγενής με ΣΔ)

2.Σημεία ύπαρξης αντίστασης στην ινσουλίνη (υπέρταση, πολυκυστικές ωοθήκες, δυσλιπιδαιμία, μελανίζουσα ακάνθωση, ή μικρό βάρος γέννησης).

3.Ιστορικό διαβήτη κύησης της μητέρας.

Η έναρξη του ελέγχου γίνεται σε ηλικία 10 ετών ή στην ηλικία έναρξης της εφηβείας και επαναλαμβάνεται κάθε τρία χρόνια.

 

Αν διαγνωστεί σακχαρώδης διαβήτης  η αντιμετώπιση του πρέπει να είναι έγκαιρη και «επιθετική». Πέραν της αξίας της σωστής διατροφής και σωματικής δραστηριότητας τα άτομα με διαβήτη οφείλουν να παρακολουθούν την νόσο στοχεύοντας σε τιμές HbA1c <7% (τουλάχιστον) και σε συνεννόηση με τον γιατρό τους και χαμηλότερα προσεγγίζοντας το φυσιολογικό (6%). Τιμή <6.5% είναι επιθυμητή σε νέα ιδιαίτερα άτομα , χωρίς επιπλοκές και εφόσον μπορεί να επιτευχθεί με ασφάλεια (χωρίς επιπλοκές)

Η έναρξη μετφορμίνης ή και άλλης αντιδιαβητικής αγωγής (πάντα σε συνεννόηση με τον θεράποντα) γίνεται σήμερα με την διάγνωση της νόσου.