Θυροειδής και Διαβήτης, οι γυναίκες «πρωταγωνιστούν»!

57

Η επίδραση της θυρεοειδικής λειτουργίας στο μεταβολισμό της γλυκόζης είναι γνωστή πολλά χρόνια. Η αύξηση όμως της συχνότητας του διαβήτη 2 παγκοσμίως, η μεταβολή της αιτιολογίας στη νοσηρότητα από θυρεοειδοπάθειες, αλλά και η απόκτηση σύγχρονων γνώσεων για την παθοφυσιολογία των δύο αυτών μεταβολικών νόσων, είναι επίκαιρη!

Η υπό- αλλά και η υπέρ-λειτουργία του θυρεοειδούς είναι νόσοι με τεράστιο εύρος στις κλινικές εκδηλώσεις και στις επιπτώσεις που έχουν στη γενική νοσηρότητα αλλά και στη θνησιμότητα.

Ευτυχώς όμως για τους πάσχοντες αλλά και για τους θεραπευτές, ο σύγχρονος εργαστηριακός έλεγχος μπορεί να ανιχνεύσει τη δυσλειτουργία του θυρεοειδούς σε πολύ αρχικό στάδιο, αλλά και να μας δώσει και προγνωστικούς δείκτες για τη μελοντική πορεία της νόσου.

 

Στο γενικό πληθυσμό η συχνότητα υπερθυρεοειδισμού με κλινικές εκδηλώσεις είναι περί το 1.3% και ποικίλλει στις διάφορες επιδημιολογικές μελέτες, σε όλες όμως υπάρχει σημαντική επικράτηση του γυναικείου φύλου (εως και 10πλάσια συχνότητα).

Ο υποθυρεοειδισμός είναι πολύ συχνότερη νόσος και ο επιπολασμός του αυξάνει στις μεγαλύτερες ηλικίες.

Η μελέτη NHANES III έδειξε ότι το 0.3% του πληθυσμού των ΗΠΑ έχει υποθυρεοειδισμό με κλινικές εκδηλώσεις και το 4.3% κάποια υποκλινική μορφή της νόσου. Αλλά και αυτοί με τον υποκλινικό υποθυρεοειδισμό, 10-15% κάθε χρόνο θα γίνουν και κλινικώς υποθυρεοειδικοί, κατ’ εξοχήν μάλιστα οι γυναίκες με αυξημένα αντιθυρεοειδικά αντισώματα.

Υπολογίζεται ότι στο γενικό πληθυσμό, το 20% των γυναικών άνω των 60 ετών έχει κάποια μορφή υποκλινικού υποθυρεοειδισμού. Πάντως, σε άτομα άνω των 80 ετών, επίπεδα TSH έως 7.5 μU/ml θεωρούνται φυσιολογικά.

Το συνηθισμένο αιτιολογικό υπόστρωμα θυρεοειδοπαθειών είναι η αυτοανοσία (N. Graves και Θυρεοειδίτις Hashimoto). Εκεί ακριβώς βρίσκεται και ο συνδετικός κόμβος με το διαβήτη.

Στο διαβήτη 1 επίσης η αυτοανοσία αποτελεί το παθοφυσιολογικό υπόστρωμα της νόσου. Αναμφισβήτητα, παρούσα είναι και η κληρονομικότητα και για τις δύο νόσους  Γιαυτό άλλωστε συμπεριλαμβάνονται στα πολυ-αυτοάνοσα σύνδρομα.

Διάφορες πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι θυρεοειδική δυσλειτουργία υπάρχει στο 31.4% των ενηλίκων γυναικών με διαβήτη 1, αυξημένα θυρεοειδικά αυτοαντισώματα υπάρχουν στο 20% των παιδιών με διαβήτη 1 και το 3-8% των εφήβων με διαβήτη 1 έχουν υποθυρεοειδισμό.

Αλλά και η θυρεοειδίτις της λοχείας που στο γενικό πληθυσμό είναι μόλις 5%, στις γυναίκες με διαβήτη1 φτάνει στο 25%.
Αλλά και σε πάσχοντες από διαβήτη 2, η συχνότητα υποθυρεοειδισμού είναι αυξημένη, ειδικά σε αυτούς με τα αυτοαντισώματα GAD65.

Αυξημένη συχνότητα υποθυρεοειδισμού όμως υπάρχει και σε πάσχοντες από μεταβολικό σύνδρομο, στο οποίο η διαταραχή του μεταβολισμού της γλυκόζης και η ινσουλινοαντίσταση αποτελούν τους σημαντικότερους παράγοντες.

Παρά την αποδεδειγμένα αυξημένη συχνότητα θυρεοειδοπαθειών στο διαβήτη, προληπτικός έλεγχος συστήνεται μόνο σε παιδιά και εφήβους με διαβήτη 1. Στους διαβητικούς 2, έλεγχος θα πρέπει να γίνεται μόνο αν υπάρχουν ψηλαφητικά ευρήματα από τον αδένα (βρογχοκήλη, ατροφικός, σκληρός ή οζώδης αδένας).

Υπάρχουν σαφή ευρήματα αντίστασης στη δράση της ινσουλίνης, όχι μόνο στον εγκατεστημένο υποθυρεοειδισμό αλλά και στις υποκλινικές μορφές της νόσου. Αυτό ίσως να αποτελεί και το σύνδεσμο μεταξύ υποθυρεοειδισμού και καρδιο-αγγεακών νόσων, μέσω της δυσλιπιδαιμίας που προκαλεί ο κάθε μορφής υποθυρεοειδισμός.
Η νοσηρότητα των διαβητικών με υποθυρεοειδισμό, ακόμα και με υποκλινική μορφή της νόσου, είναι αυξημένη. Αυξημένα είναι τα στεφανιαία συμβάματα, η νεφροπάθεια καθώς και οι βαρειές διαβητικές αμφιβληστροειδοπάθειες.

 

Θεραπευτικώς, η αντιμετώπιση των θυρεοειδοπαθειών στους διαβητικούς ακολουθεί τους ίδιους κανόνες και εφαρμόζονται οι ίδιες τακτικές, είναι όμως σημαντική η ταχεία αποκατάσταση του ευθυρεοειδισμού λόγω της αυξημένης νοσηρότητος των διαβητικών.

Η αντιμετώπιση όμως των περιπτώσεων υποκλινικών μορφών υπερ- και υποθυρεοειδισμού θα πρέπει να εξατομικεύεται προσεκτικά στους διαβητικούς, αφού οι θεραπευτικές στρατηγικές δεν είναι σαφώς καθορισμένες στις περιπτώσεις αυτές.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στα φάρμακα που παίρνουν οι διαβητικοί για το διαβήτη, όταν παράλληλα υπάρχει και θυρεοειδοπάθεια. Είναι γνωστό π.χ ότι οι σουλφονυλουρίες, ειδικότερα οι παλαιότερης γεννιάς, μπορεί να αναστείλουν τη σύνθεση των θυρεοειδικών ορμονών. Η μετφορμίνη μειώνει τα επίπεδα TSH σε υποθυρεοειδικούς υπό θεραπεία υποκατάστασης με θυροξίνη. Οι γλιταζόνες είναι δυνατόν να επιδεινώσουν την οφθαλμοπάθεια σε πάσχοντες από ν. Graves. Οι στατίνες προκαλούν πολύ πιο συχνά μυοπαθητικά σύνδρομα σε περιπτώσες αδιάγνωστου υποθυρεοειδισμού.
Συμπερασματικά, ο διαβήτης και οι θυρεοειδοπάθειες είναι χρόνια νοσήματα τα οποία εκτός από τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα, επηρεάζουν σημαντικά και την ποιότητα ζωής των πασχόντων. Αυτό απαιτεί την επιστράτευση από το γιατρό όλων των σύγχρονων θεραπευτικών δυνατοτήτων με όπλα την εμπειρία και τη γνώση.