Οστεοπόρωση και σακχαρώδης διαβήτης : Μία αμφιλεγόμενη σχέση

54

Η οστεοπόρωση θεωρείται μία από τις σιωπηλές επιδημίες της σύγχρονης κοινωνίας μας. Επιδημία, λόγω του υψηλού ποσοστού προσβολής του πληθυσμού και ιδιαίτερα στο γυναικείο και σιωπηλή, λόγω του ότι το μόνο σύμπτωμά της είναι το κάταγμα, το οποίο για ηλικιωμένους ασθενείς μπορεί να αποβεί μοιραίο.

Σε πρόσφατη επιστημονική μελέτη έχει αποδειχθεί ότι η οστεοπόρωση έχει ποσοστά θνησιμότητας μεγαλύτερα από τα εμφράγματα του μυοκαρδίου.

Ως οστεοπόρωση ορίζεται η μείωση της αντοχής του οστού στο σημείο όπου γίνεται τόσο εύθραυστο,  ώστε ο ασθενής διατρέχει υψηλό κίνδυνο κατάγματος χαμηλής βίας.  Οστεοπενία ορίζεται ο πρόναος της οστεοπόρωσης, όπου η αντοχή του οστού είναι μειωμένη σχετικά με τη φυσιολογική και ο ασθενής συντρέχει μικρό κίνδυνο κατάγματος χαμηλής βίας.

Η οστεοπόρωση μπορεί να είναι πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής.  Η πρωτοπαθής οστεοπόρωση είναι συχνότερη, εμφανίζεται σαν αποτέλεσμα της εμμηνόπαυσης ή του γήρατος και ευθύνεται για το 80% των περιπτώσεων οστεοπόρωσης στις γυναίκες.

Η δευτεροπαθής οστεοπόρωση είναι λιγότερη συχνή, αλλά διαπιστώνεται συχνότερα στους άνδρες, στους οποίους και ευθύνεται για το 40% έως 60% όλων των περιπτώσεων οστεοπόρωσης, καθώς επίσης και στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.  Τα τελευταία χρόνια διαγιγνώσκονται ολοένα και περισσότερες περιπτώσεις δευτεροπαθούς οστεοπόρωσης.  Η δευτεροπαθής οστεοπόρωση μπορεί να προκύψει σαν αποτέλεσμα κακών συνθηκών διαβίωσης, από συστηματικά νοσήματα, ενδοκρινικά νοσήματα, σαν παρενέργεια από τη λήψη φαρμάκων και τέλος, από διάφορες άλλες καταστάσεις.

Από τα ενδοκρινολογικά νοσήματα όπου έχουν σχέση με την οστική πυκνότητα είναι και ο σακχαρώδης διαβήτης (Σ.Δ.). Οι κλινικές παρατηρήσεις σε ασθενείς με Σ.Δ. είναι :

  • O οστικός μεταβολισμός μπορεί να επηρεάζεται από τις όψιμες επιπλοκές του διαβήτη π.χ. διαβητική νεφροπάθεια και αμφιβληστροειδοπάθεια
  • Ο κίνδυνος κατάγματος μπορεί να αυξάνεται από τις πτώσεις που αυξάνονται στους διαβητικούς ασθενείς, λόγω των οπτικών διαταραχών, της νευροπάθειας ή των καρδιο-εγκεφαλικών προβλημάτων.
  • Εντοπισμένη οστική  απώλεια που οφείλεται σε διαβητική νευροπάθεια μπορεί να αυξάνει τον κίνδυνο κατάγματος στα κάτω άκρα και συγκεκριμένα στον άκρο πόδα.
  • Ο βαθμός της οστικής απώλειας μπορεί να διαφέρει  ανάμεσα στους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και τύπου 2.
  • Τέλος, φάρμακα που λαμβάνουν οι διαβητικοί μπορεί να επηρεάζουν τον κίνδυνο κατάγματος.

Παρά τις προαναφερόμενες κλινικές παρατηρήσεις δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί ότι οι συνέπειες του Σ.Δ. στον αρνητικό οστικό μεταβολισμό συνεπάγεται και του αυξημένου κινδύνου κατάγματος  στους ασθενείς, θέτοντας έτσι τη σχέση μεταξύ οστεοπόρωσης και Σ.Δ. αμφιλεγόμενη.

 

Από τα στοιχεία  όπου μέχρι τώρα έχουν συγκεντρωθεί από επιστημονικές μελέτες έχει τεκμηριωθεί ότι :

Για ασθενείς με Σ.Δ. τύπου 1

Ο ασθενής με Σ.Δ. 1 (έλλειψη ινσουλίνης) και των δύο φύλων οι μετρήσεις οστικής πυκνότητας κατέδειξαν οστεοπενία και οστεοπόρωση, οι οποίες μεταβάλλονταν αρνητικά ανάλογα με τη χρονική διάρκεια του ΣΔ.

Οι γυναίκες με Σ.Δ. 1 διατρέχουν 13 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο για κάταγμα σε σχέση με τις γυναίκες που δεν έχουν Σ.Δ.

Όταν ο Σ.Δ. 1 εμφανίζεται νωρίτερα από την οστική ωρίμανση των ασθενών ανδρών και γυναικών  (max bone mass), η μειωμένη οστική πυκνότητα σε προχωρημένη ηλικία μπορεί να οφείλεται σε επιπλοκή του Σ.Δ.

Επίσης, σε ασθενείς με Σ.Δ. 1 όπου εμφανίζεται διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, νευροπάθεια και νεφροπάθεια συνοδεύονται και από χαμηλή οστική πυκνότητα.

Από μελέτες σε εργαστήρια σε πειραματόζωα, παρατηρήθηκε ότι η ινσουλίνη διεγείρει τους οστεοβλάστες και περαιτέρω την παραγωγή οστού (αύξηση οστικής πυκνότητας).

Σε μελέτες σε ανθρώπους με Σ.Δ. 1,  διαπιστώθηκαν μειωμένα ποσοστά οστεοκαλσίνης, όπου καταδεικνύουν τη μειωμένη οστεοπαραγωγική δραστηριότητα.

Για ασθενείς με Σ.Δ. τύπου 2

Οι κλινικές παρατηρήσεις έχουν δείξει ότι οι ασθενείς αυτοί διατρέχουν υψηλό κίνδυνο οστεοπορωτικού κατάγματος, πιθανότατα, λόγω της συνοσηρότητας που υπάρχει  από την περιφερική νευροπάθεια, οπτικές διαταραχές, υπό ή υπερ-γλυκαιμικές κρίσεις με συχνές πτώσεις, μη ελεγχόμενες.  Η μικροαγγειοπάθεια του Σ.Δ. 2  μπορεί να επηρεάζει τον οστικό μεταβολισμό αρνητικά.  Γεγονός είναι,  ότι οι παλαιότερες μελέτες αφορούν στη σχέση μεταξύ οστικής πυκνότητας και Σ.Δ. 2,  έδειχναν την προστασία των ασθενών από την οστεοπόρωση, δεδομένα όμως που δεν αναφέρονται στις τελευταίες μελέτες που συσχετίζουν τα κατάγματα με το ΣΔ2.

Προς το παρόν, η σχέση μεταξύ Σ.Δ. και οστικής πυκνότητας είναι αμφιλεγόμενη.  Αν και οι κλινικές παρατηρήσεις καταδεικνύουν κάποια σχέση, εργαστηριακά ακόμη ερευνούμε την τεκμηρίωσή της.