COVID-19: Όλα όσα πρέπει να ξέρουν τα άτομα με διαβήτη

1880

Οι ασθενείς με διαβήτη μπορεί να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο θνησιμότητας από τη νόσο του κοροναϊού (COVID-19). Ωστόσο, όλα τα άτομα με διαβήτη δεν κινδυνεύουν το ίδιο και η καλή ρύθμιση του διαβήτη τους φαίνεται να παίζει τον σημαντικότερο ρόλο για τη μείωση του σχετικού κινδύνου.

 

Γιατί τα άτομα με διαβήτη κινδυνεύουν περισσότερο;

Οι περισσότερες οδηγίες υγείας σχετικά με το COVID-19 αναφέρουν το διαβήτη ως μία από τις κατηγορίες υψηλού κινδύνου για επιπλοκές, πιθανώς επειδή τα πρώιμα δεδομένα που προέρχονται από την Κίνα, έδειξαν αυξημένο ποσοστό θνησιμότητας για τους ασθενείς με COVID-19 που είχαν επίσης διαβήτη.

Σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό JAMA, οι Zunyou Wu, MD και Jennifer M. McGoogan, PhD, συνόψισαν τα ευρήματα για 44.672 επιβεβαιωμένα κρούσματα της νόσου από το Κινεζικό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων.

Το συνολικό ποσοστό θνησιμότητας (ΣΠΘ) ήταν αυξημένο στους ασθενείς με προϋπάρχουσες νόσους, και συγκεκριμένα: 10,5% στα άτομα με καρδιαγγειακές παθήσεις, 7,3% στα άτομα με διαβήτη, 6,3% στα άτομα με χρόνια αναπνευστική νόσο και 5,6% στα άτομα με υπέρταση ή καρκίνο (5,6%). Η θνησιμότητα συσχετίστηκε σημαντικά και με την ηλικία. Οι ασθενείς άνω των 80 ετών είχαν ΣΠΘ 14,8%, τα άτομα ηλικίας 70-79 ετών, θνησιμότητα 8,0%, ενώ δεν αναφέρθηκαν θανατηφόρα κρούσματα σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 9 ετών (JAMA 2020 2020 Feb 24. doi: 10.1001 / jama.2020.2648).

 

Οδηγίες για τα άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη

Γενικά, οι ασθενείς με διαβήτη – ειδικά εκείνοι των οποίων η νόσος δεν ελέγχεται ή δεν ρυθμίζονται καλά – μπορεί να είναι πιο ευάλωτοι σε πιο συχνές λοιμώξεις, όπως η γρίπη και άλλους ιογενείς παράγοντες  αλλά και επιπλοκές, όπως η πνευμονία. Πιθανώς, επειδή η υπεργλυκαιμία μπορεί να υποβαθμίσει την ανοσία, διαταράσσοντας την αμυντική λειτουργία των λευκών αιμοσφαιρίων.

Έχουν ήδη θεσπιστεί κατευθυντήριες γραμμές για τη θεραπεία λοιμώξεων σε ασθενείς με διαβήτη και σε αυτό το στάδιο φαίνεται ότι οι ίδιες κατευθυντήριες γραμμές θα επεκταθούν σε εκείνους τους ασθενείς στους οποίους έχει επίσης διαγνωσθεί η λοίμωξη COVID-19, η οποία προκαλείται από τον νέο coronavirus, SARS-CoV -2. Αν και δεν έχουν παρατηρηθεί υψηλότερα ποσοστά μόλυνσης σε ασθενείς με αυξημένα επίπεδα γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης A1c (υψηλότερα από το 7%), αυτό που αυξάνει στους αρρύθμιστους ασθενείς είναι οι επιπλοκές.

Δυστυχώς, τα κακά ελεγχόμενα σάκχαρα αίματος και οι συννοσηρότητες, όπως οι νεφρικές και καρδιακές παθήσεις, αυξάνουν τον κίνδυνο τόσο για επιπλοκές από τη λοίμωξη όσο και τη θνητότητα.

 

Οι ασθενείς με καλά ελεγχόμενο διαβήτη, χωρίς συννοσηρότητες, δεν είναι σε αυξημένο κίνδυνο;

Για τα άτομα με καλά ρυθμισμένο διαβήτη και χωρίς συνοδά και άλλα προβλήματα υγείας, οι οδηγίες σε σχέση με τον COVID-19 δεν διαφέρουν από τις οδηγίες για τον κοινό υγιή πληθυσμό.

Ωστόσο, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουμε τον παράγοντα ηλικία και τη δραματική αύξηση της θνητότητας στα άτομα άνω των 80 ετών και στα άτομα άνω των 70 ετών με διαβήτη.

 

Η σημασία της καλής ρύθμισης

Ο σημαντικότερος παράγοντας σε οποιαδήποτε μορφή ελέγχου της λοίμωξης σε ασθενείς με διαβήτη φαίνεται να είναι η καλή ρύθμιση των επιπέδων γλυκόζης του ασθενούς. Ο καλός έλεγχος του σακχάρου μπορεί να συμβάλει στη μείωση τόσο του κινδύνου, όσο και της σοβαρότητας μιας λοίμωξης.

Τι πρέπει να κάνουν με τη φαρμακευτική τους αγωγή τα άτομα με διαβήτη που έχουν συμπτώματα ίωσης;

Να συνεχίσουν να παίρνουν τα φάρμακά τους για διαβήτη, εκτός και αν τους έχει δοθεί διαφορετική εντολή από τους ιατρούς τους. Καλό είναι επίσης να παρακολουθούν συχνότερα το σάκχαρό τους, ιδίως αν θεραπεύονται με ινσουλίνη.

Οδηγίες για τον ΣΔ1 και όσους θεραπεύονται με ινσουλίνη

Οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 πρέπει να ελέγχουν προγευματικά και μεταγευματικά το σάκχαρό τους αλλά και τις κετόνες τους, αν το σάκχαρο τους υπερβαίνει τα 250 mg/dL και αν συνυπάρχει πυρετός.

Η υπεργλυκαιμία, όπως πάντα, αντιμετωπίζεται καλύτερα με υγρά και ταχεία ινσουλίνη (διορθωτικό bolus), συχνές αλλαγές στη δοσολογία και συχνούς ελέγχους των σακχάρων για να βεβαιωθούμε ότι το θεραπευτικό σχήμα είναι επιτυχές.

Για όσους χρησιμοποιούν αντλίες ινσουλίνης

Η ADA προειδοποιεί στις οδηγίες της, ότι οι ασθενείς θα πρέπει να γνωρίζουν ότι ορισμένοι σταθεροί αισθητήρες παρακολούθησης της γλυκόζης (Dexcom G5, Medtronic Enlite και Guardian) επηρεάζονται από τη θερμοκρασία και την  παρακεταμόλη (πχ. Panadol, Depon).  Οι ασθενείς πρέπει να ελέγχονται με δακτυλοκέντηση για να εξασφαλίσουν την ακρίβεια των μετρήσεων, αν λαμβάνουν παρακεταμόλη ή αν έχουν υψηλό πυρετό.

Επιπλέον, οι ασθενείς θα πρέπει να επικοινωνούν με τον θεράποντα ιατρό τους, για να υποβληθούν σε έλεγχο αν έχουν συμπτώματα που τους ανησυχούν.

 

Εάν οι ασθενείς με διαβήτη αναπτύξουν COVID-19, η διαχείριση στο σπίτι είναι δυνατή ή πρέπει να νοσηλευθούν;

Η διαχείριση στο σπίτι είναι εφικτή εφόσον «όλα πάνε καλά, δηλαδή ο ασθενής δεν βιώνει έντονη δύσπνοια ή σοβαρά αναπνευστικά προβλήματα ή δυσκολίες στον έλεγχο των επιπέδων του σακχάρου του.

Βασικά μέτρα θεραπείας είναι η ρύθμιση του σακχάρου σε τιμές κάτω του 200mg/dl, η διατήρηση της ενυδάτωσης και η διαχείριση των συμπτωμάτων, π.χ. με την εισπνοή υδρατμών για το αναπνευστικό  και αντισηπτικών σπρέι για τον πονόλαιμο, η  λήψη παρακεταμόλης για τον πυρετό και η απομόνωση στο σπίτι για 14 ημέρες ή μέχρι να υποχωρήσουν τα συμπτώματα.

 

Θα πρέπει να σταματήσουμε την αγωγή για το διαβήτη αν νοσήσουμε;

Όχι μόνο πρέπει να συνεχίσουν να παίρνουν τα φάρμακα που τους χορηγούνται, αλλά ορισμένοι, και ειδικά εκείνοι που λαμβάνουν ινσουλίνη, ενδέχεται να χρειαστούν μεγαλύτερες δόσεις για να ρυθμισθούν.

Πολύ σημαντικό είναι τα άτομα με διαβήτη αποφύγουν την υπογλυκαμία. Η τακτική παρακολούθηση του σακχάρου και η κατάλληλη εκπαίδευση είναι ο τρόπος για να το πετύχουμε.

 Για τους ασθενείς στο νοσοκομείο

Οι ασθενείς που εισάγονται στο νοσοκομείο  αντιμετωπίζονται με ινσουλίνη και οι από του στόματος παράγοντες σταματούν. Μόλις ο ασθενής ανακάμψει και σταθεροποιηθεί, μπορεί να επιστρέψει στο προηγούμενο θεραπευτικό του σχήμα.

Μόνο η ινσουλίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ασθενείς με οξεία αρρώστια – για παράδειγμα εκείνους με σηψαιμία. Το ίδιο συμβαίνει αν το άτομο εμφανίσει σοβαρές αναπνευστικές διαταραχές και φυσικά αν το άτομο μπει σε αναπνευστήρα.

Προληπτικά μέτρα

  • Προκειμένου να διατηρηθεί ο καλός έλεγχος της γλυκόζης, οι ασθενείς θα πρέπει επίσης να παρακολουθούν συχνότερα τα επίπεδα της γλυκόζης τους, έτσι ώστε οι διακυμάνσεις να εντοπίζονται έγκαιρα και να αντιμετωπίζονται ταχύτατα, με τις κατάλληλες προσαρμογές φαρμάκων. Θα πρέπει να συνεχίσουν να ακολουθούν μια υγιεινή διατροφή που να περιλαμβάνει επαρκή πρωτεΐνη και να ασκούνται τακτικά.
  • Οι ασθενείς θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι έχουν επαρκή ποσότητα φαρμάκων και ταινιών μέτρησης – τουλάχιστον για 14 ημέρες και περισσότερο- σε περίπτωση που χρειαστεί να τεθούν σε καραντίνα.
  • Γενικά προληπτικά μέτρα, όπως το συχνό πλύσιμο των χεριών με σαπούνι και νερό, η χρήση αντισηπτικών (αρκεί αλκοόλη 60°), η εφαρμογή μιας καλής υγιεινής του στόματος και η χρήση μάσκας είναι απαραίτητα μέτρα για τη μείωση του κινδύνου μόλυνσης.
  • Δεν θα πρέπει επίσης να αγγίζουν το πρόσωπό τους και μην μετακινούνται άσκοπα γιατί αυξάνει ο κίνδυνος επαφής τους με μολυσμένα άτομα.
  • Τα άτομα με διαβήτη θα πρέπει να είναι πάντοτε εμβολιασμένοι κατά της γρίπης και της πνευμονίας από πνευμονιόκοκκο.
  • Θα πρέπει να καταναλώνουν πολλά πολύχρωμα φρούτα και λαχανικά.
  • Να τρώνε φυσικό γιαούρτι και να παίρνουν προβιοτικά για να κρατήσουν το εντερικό τους μικροβίωμα (χλωρίδα) ισχυρό και λειτουργικό.
  • Να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί σχετικά με τη διατροφή για να αποφύγουν τις κορυφές του σακχάρου όσο είναι δυνατόν.
  • Να διατηρούν το ανοσοποιητικό τους σύστημα ισχυρό με τουλάχιστον 7-8 ώρες ύπνου και να μειώσουν τα επίπεδα άγχους με οποιαδήποτε μορφή σπορ.

Πιθανές θεραπείες

Επί του παρόντος, δεν υπάρχουν φάρμακα που έχουν εγκριθεί ειδικά για τη θεραπεία του COVID-19, παρόλο που ένα εμβόλιο κατά της νόσου βρίσκεται επί του παρόντος υπό ανάπτυξη.

Έχουν γίνει αναφορές για χρήση αντιιικών φαρμάκων, όπως η λοπιναβίρη, η ριτοναβίρη, η ιντερφερόνη-βήτα, ο αναστολέας RNA πολυμεράσης remdesivir και η χλωροκίνη. Ωστόσο,  κανένα από αυτά τα φάρμακα δεν έχει αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα, ενώ η χρήση τους πρέπει να γίνεται ελεγχόμενα και μόνο υπό ιατρική παρακολούθηση.

Η θετική σκέψη βοηθά, ιδίως αν παράλληλα ακολουθούμε τις επίσημες οδηγίες. Δεν ωφελεί ο πανικός, γνωρίζοντας πως αυτοί που  κινδυνεύουν πραγματικά είναι όσοι έχουν χρόνιες παθήσεις, κυρίως οι κακά ρυθμισμένοι και οι ηλικιωμένοι (3η ηλικία). Ωφελεί, όμως,  η συνειδητοποίηση πως υπάρχει ατομική ευθύνη στην προστασία αυτών των ομάδων των συνανθρώπων μας. Αυτήν τη στιγμή, η κυριότερη ενδεδειγμένη θεραπεία είναι η πρόληψη της μόλυνσης, συνεπώς η ελαχιστοποίηση των επαφών με τους ανθρώπους που βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο.